Παρά τη γενικότερη αποκλιμάκωση των πληθωριστικών πιέσεων στην Ευρωζώνη, το κόστος των τροφίμων εξακολουθεί να κινείται σε επίπεδα αισθητά υψηλότερα από εκείνα που ίσχυαν πριν από την πανδημία. Η εικόνα αυτή δεν είναι τυχαία ούτε ομοιόμορφη: οφείλεται κυρίως στις έντονες και επίμονες ανατιμήσεις συγκεκριμένων κατηγοριών προϊόντων, οι οποίες συνεχίζουν να ασκούν δυσανάλογη πίεση στο καλάθι του καταναλωτή. Αυτό προκύπτει από πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία εξετάζει τη σύνθεση και τις αιτίες του πληθωρισμού τροφίμων στην Ευρωζώνη τα τελευταία χρόνια.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της ανάλυσης, ο γενικός δείκτης τιμών τροφίμων διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 2,9% στο ενδεκάμηνο Ιανουαρίου–Νοεμβρίου 2025. Το ποσοστό αυτό υπερβαίνει αισθητά τον μακροχρόνιο μέσο όρο της προ πανδημίας περιόδου, ο οποίος ανερχόταν στο 2,2%.
Τη μεγαλύτερη συμβολή στην άνοδο είχαν προϊόντα όπως το κρέας, ο καφές, το τσάι, το κακάο, η σοκολάτα και τα γλυκά. Παρότι τα συγκεκριμένα είδη αντιστοιχούν σε λιγότερο από το 25% της στάθμισης του δείκτη, εξηγούν πάνω από το 50% της ετήσιας αύξησης του πληθωρισμού τροφίμων. Αντίθετα, οι τιμές των υπόλοιπων τροφίμων έχουν σε γενικές γραμμές σταθεροποιηθεί μετά τη μεγάλη έξαρση της περιόδου 2022–2023, όταν ο δείκτης είχε κορυφωθεί τον Μάρτιο του 2023 στο 15,5% σε ετήσια βάση.
Η ανοδική πορεία των διεθνών τιμών τροφίμων ξεκίνησε ήδη από τα χρόνια της πανδημίας, υπό την επίδραση ακραίων καιρικών φαινομένων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή, και εντάθηκε περαιτέρω μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Στην αρχική φάση, οι πιέσεις αφορούσαν κυρίως το σιτάρι και τα δημητριακά, τη ζάχαρη, τα αυγά και τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Ακολούθησε η έντονη άνοδος στις διεθνείς τιμές του ελαιόλαδου, λόγω της μειωμένης παραγωγής στις μεσογειακές χώρες, ενώ την τελευταία διετία το βάρος έχει μετατοπιστεί στο κρέας, τη σοκολάτα, το κακάο και τον καφέ, που επηρεάζουν άμεσα τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Ενδεικτική είναι η πορεία του καφέ: οι διεθνείς τιμές του υπερδιπλασιάστηκαν στις αρχές του 2025 σε σύγκριση με τις αρχές του 2024. Στη συνέχεια, σύμφωνα με την Trading Economics, υποχώρησαν κατά περίπου 28% από τον Φεβρουάριο έως τον Ιούλιο του 2025, για να καταγράψουν νέα άνοδο της τάξης του 40% έως τον Νοέμβριο, πριν ακολουθήσει εκ νέου πτωτική κίνηση. Η μελέτη της ΕΚΤ επισημαίνει ότι τέτοιες διακυμάνσεις μεταφέρονται στις τιμές καταναλωτή με χρονική υστέρηση, όπως έχει καταδείξει και παλαιότερη έρευνα του ΔΝΤ, γεγονός που σημαίνει ότι ακόμη και οι διεθνείς μειώσεις αργούν να αποτυπωθούν στα ράφια.
Αντίστοιχα, η διεθνής τιμή της σοκολάτας άρχισε να εκτινάσσεται από το δεύτερο εξάμηνο του 2023, κορυφώθηκε τον Απρίλιο του 2024 και, παρότι στη συνέχεια υποχώρησε, εξακολουθεί να κινείται σε υψηλά επίπεδα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Trading Economics.
Στο κρέας, οι ανατιμήσεις αφορούν κυρίως το μοσχάρι. Οι τιμές παραγωγού στην Ευρώπη αυξήθηκαν κατά μέσο όρο κατά 28% σε ετήσια βάση στα τέλη Νοεμβρίου 2025, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Μετά από μια σύντομη περίοδο σταθεροποίησης τον Οκτώβριο, οι τιμές επανήλθαν σε ανοδική τροχιά και σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, λόγω της διαρθρωτικά περιορισμένης διαθεσιμότητας ζώων και της ισχυρής παγκόσμιας ζήτησης. Στο πρώτο εννεάμηνο του 2025, η παραγωγή βοείου κρέατος στην ΕΕ μειώθηκε κατά 3,7%, με ιδιαίτερα έντονη πτώση στη Γερμανία (-6,8%) και μικρότερη, αλλά σημαντική, στη Γαλλία και την Ισπανία (-2,8% και οι δύο). Ως αποτέλεσμα, οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 14,2% στο πρώτο οκτάμηνο του έτους.
Την ίδια τάση καταγράφει και ο FAO, επισημαίνοντας ότι ο δείκτης τιμών κρέατος αυξήθηκε κατά 5,1% το 2025. Οι τιμές του βοείου και του πρόβειου κρέατος ενισχύθηκαν έντονα λόγω αυξημένης ζήτησης για εισαγωγές και περιορισμένων εξαγωγικών ποσοτήτων, ενώ αντίθετα το χοιρινό κατέγραψε πτώση τιμών λόγω εξασθένησης της παγκόσμιας ζήτησης. Οι τιμές του κοτόπουλου υποχώρησαν ελαφρά, αντανακλώντας τη μεγάλη προσφορά.
Η ανάλυση της ΕΚΤ δείχνει επίσης ότι στον πληθωρισμό τροφίμων συμβάλλει και το αυξημένο μισθολογικό κόστος στον τομέα των λιανικών πωλήσεων. Τα τελευταία στοιχεία για τις αμοιβές ανά εργαζόμενο αποκαλύπτουν ότι οι αυξήσεις μισθών στο εμπόριο, τις μεταφορές και τα καταλύματα παρέμειναν το 2025 σημαντικά υψηλότερες από τα προ πανδημίας επίπεδα, ενισχύοντας τις πιέσεις στις τελικές τιμές.
Παρά τις επίμονες αυτές πιέσεις, η ΕΚΤ εκτιμά ότι το 2026 θα σημειωθεί ουσιαστική αποκλιμάκωση του πληθωρισμού τροφίμων, με τον δείκτη να υποχωρεί κοντά στο 2% προς το τέλος του έτους, καθώς ο αντίκτυπος των προηγούμενων διεθνών ανατιμήσεων αναμένεται να εξασθενήσει έως το καλοκαίρι.
Πηγή: newmoney.gr
Διαβάστε επίσης: Το roller coaster των αγορών: Από τις αναταράξεις του 2025 στις προσδοκίες του 2026

