Του Χαράλαμπου Φιλίππου
Σίγουρα κανείς δεν θα μπορούσε να πει πως το 2025 αποτελούσε μία βαρετή χρονιά για τους επενδυτές, καθώς οι αγορές παγκοσμίως βίωσαν έντονες διακυμάνσεις, με αποκορύφωμα τους δασμούς του κ. Τραμπ προς όλο τον κόσμο. Ευτυχώς, μέχρι σήμερα έχουν υπάρξει αρκετές συμφωνίες και η τρικυμία έχει μειωθεί, αν και ακόμα υπάρχουν εκκρεμότητες που πρέπει επίσης να εξομαλυνθούν, με κυριότερη αυτή μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας. Εντέλει, η χρονιά οδεύει προς θετικά αποτελέσματα και κέρδη για τις αγορές και τους επενδυτές.
Οι αναταραχές στις αγορές ξεκίνησαν από την αρχή του έτους και προκλήθηκαν κυρίως από συνδυασμό γεωπολιτικών, οικονομικών και νομισματικών παραγόντων. Ακολουθούν τα κύρια σημεία που επηρέασαν τις αγορές, καθώς και οι κυριότερες αιτίες που τις προκάλεσαν οδηγώντας τες σε αξιοσημείωτες διακυμάνσεις.
Οι Τρεις Μεγάλοι Φόβοι του 2025(26)
Ιανουάριος-Μάρτιος:
Ανησυχίες κυρίως για 3 λόγους, οι οποίοι συνοδεύουν όλο το 2025 και όλα δείχνουν πως θα συνοδεύουν όλο το 2026 και πιθανόν και τα επόμενα χρόνια.
Α. Ανησυχία για επιβράδυνση της ανάπτυξης
Οι επενδυτές ανησυχούν πως θα είναι δύσκολο οι χώρες-ατμομηχανές του κόσμου να συνεχίσουν να διατηρούν τόσο υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, παρόλες τις υποσχέσεις των νέων τεχνολογιών. Μέχρι στιγμής και καθ’ όλο το 2025, οι ανησυχίες αυτές έχουν διαψευστεί, με τα κέρδη των εταιρειών να συνεχίζουν, καθώς η τεχνολογία τούς επιτρέπει να παράγουν/προσφέρουν περισσότερο, έχοντας την ίδια στιγμή λιγότερο κόστος.
Ακραίο αλλά πραγματικό παράδειγμα είναι οι δεκάδες χιλιάδες μειώσεις σε προσωπικό μεγάλων κολοσσών τεχνολογίας, καθώς πλέον η ίδια η τεχνολογία που εξελίσσουν τους αντικαθιστά. Με πολύ απλά λόγια, αυτές οι εταιρείες καταφέρνουν να παράγουν τα ίδια ή και περισσότερα, με λιγότερο κόστος προσωπικού, γεγονός που φαίνεται ότι θα συνεχίσει να εντείνεται.
Β. Φόβοι για υπερτιμημένες μετοχές (κυρίως Τεχνολογίας, Τεχνητής Νοημοσύνης)
Υπάρχει συνεχώς ένα αίσθημα φόβου στις αγορές. Αυτό συμβαίνει λόγω των υπερτιμημένων μετοχών γενικότερα, αλλά ακόμα περισσότερο στον τομέα Τεχνολογίας και Τεχνητής Νοημοσύνης. Πιο συγκεκριμένα, υπάρχει ο φόβος πως αυτές θα οδηγήσουν σε ένα σπάσιμο της φούσκας (bubble burst), όπως έγινε την εποχή του 2000 με τη λεγόμενη κρίση του «.com».
Άσχετα εάν αυτός ο φόβος ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή αν εντέλει θα επαληθευτεί ή όχι, επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τις διακυμάνσεις των αγορών. Αυτό που παρατηρείται είναι πως, κάθε φορά που προκύπτει μία αφορμή για άλλη ανησυχία, όπως π.χ. πραγματικά αρνητικά οικονομικά στοιχεία, η ύπαρξη του φόβου «εμπλουτίζει» την αρνητική είδηση και την ανησυχία, οδηγώντας τις αγορές να δρουν περισσότερο σπασμωδικά απ’ ό,τι στο παρελθόν.
Σε κάθε περίπτωση όμως, σε ένα σενάριο του παρελθόντος, σίγουρα ο πανικός θα επηρέαζε όλο το φάσμα των αγορών. Όμως, όπως και στο παρελθόν, οι εταιρείες που πραγματικά θα βιώσουν ένα «σπάσιμο φούσκας», θα είναι αυτές για τις οποίες γίνεται πραγματικά λόγος, και αυτές δεν είναι άλλες από τις εταιρείες που δεν έχουν πραγματικά έσοδα από τον κύκλο εργασιών τους. Εταιρείες δηλαδή, που η αξία τους προέρχεται από την προσδοκία στο μέλλον να πετύχουν κάτι και που μέχρι στιγμής όχι μόνο δεν έχουν καθαρά έσοδα, ρευστότητα και ισοζυγισμένους ισολογισμούς, αλλά τουναντίον έχουν συνεχόμενες ζημιές. Ναι, όσο και αν φαίνεται παράξενο και παράδοξο, πάντα υπήρχαν αυτού του είδους εταιρείες και μέχρι σ’ ένα βαθμό είναι λογικό.
Για να είμαστε δίκαιοι, το συνηθισμένο είναι να ξεκινά κανείς με ζημιές, να φτάνει στο ίσο σημείο («break even») και μετά να απολαμβάνει κέρδη, εάν φυσικά τα καταφέρει. Το πρόβλημα που παρατηρείται σήμερα και προκαλεί τον φόβο, θυμίζοντας την περίοδο του 2000, προκύπτει από το ότι αυτού του είδους εταιρείες όχι μόνο είναι πολλαπλάσιες, αλλά είναι και οικονομικά τεράστιες. Έτσι προκύπτουν οι μεγάλες αδικαιολόγητες υπερτιμήσεις. Πολλές και τεράστιες σε αξία, καθώς εκατοντάδες δισεκατομμύρια επενδύονται σε καινοτόμες τεχνολογίες, με την προσδοκία στο μέλλον να αξίζουν πολλαπλάσια της αρχικής επένδυσής τους. Σαφώς όλο αυτό είναι κατανοητό ότι σε κάποια στιγμή στο μέλλον δεν θα τελειώσει ευχάριστα για όλες τις εταιρείες και τους επενδυτές τους.
Γ. Επίμονος πληθωρισμός
Αν και ο πληθωρισμός επιστρέφει προς τα φυσιολογικά του επίπεδα, δεν το κάνει με ρυθμούς που πολλοί θα ήθελαν και αυτό επηρεάζει αρνητικά την οικονομία και τις αγορές. Ο λόγος είναι γιατί όσο πιο γρήγορα υποχωρεί ο πληθωρισμός, τόσο πιο γρήγορα μπορούν να γίνονται μειώσεις επιτοκίων. Έτσι, καθυστερεί η μείωση των επιτοκίων δανεισμού, η οποία σήμερα, όπως και πολλές φορές στο παρελθόν, αξιοποιείται ως εργαλείο και κινητήρια δύναμη επαναφοράς της οικονομίας και των επενδύσεων.
Όσο πιο γρήγορη και μεγάλη η μείωση των επιτοκίων, τόσο περισσότερο χρήμα στις αγορές και τόσο μεγαλύτερες αξίες για τις εταιρείες, τις μετοχές τους και τους μετόχους-επενδυτές. Φυσικά, όλα αυτά θα ίσχυαν αν το «φάντασμα» του πληθωρισμού δεν καραδοκούσε να επιστρέψει και γι’ αυτό ακριβώς πρέπει πάντα να υπάρχει ισορροπία μεταξύ αυξομείωσης επιτοκίων δανεισμού και πληθωρισμού.
Για τους μακρο-επενδυτές παγκοσμίως, ο πληθωρισμός και οι μειώσεις επιτοκίων θα είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που θα καθορίσουν τις αναλύσεις, τις προβλέψεις και εντέλει τις αποφάσεις τους για το πού, πώς και πόσο θα επενδύσουν.
Δασμοί, Γεωπολιτική και το Νέο Περιβάλλον Ρίσκου
Άνοιξη (Απρίλιος-Ιούνιος):
Αυτό το διάστημα, καθοριστική εξέλιξη είχαν οι εμπορικοί δασμοί και οι γεωπολιτικές εντάσεις που ξεκίνησαν με την επιβολή δασμών από την κυβέρνηση Τραμπ. Η δικαιολογία που προέβαλαν οι ΗΠΑ ήταν η μεγάλη ανισορροπία στο εμπορικό ισοζύγιό τους με άλλες χώρες, αν και οι δασμοί χρησιμοποιήθηκαν και ως μέτρο πίεσης για άλλους γεωστρατηγικούς στόχους. Σημαντικό είναι πως μέχρι σήμερα η ένταση περιορίστηκε από τη διάσταση που αρχικά είχε λάβει. Παραμένει όμως άλυτη ως προς τη σχέση ΗΠΑ-Κίνας και η επίλυση μεταξύ τους συνεχώς αναστέλλεται για μετέπειτα διάστημα.
Οι δύο κύριες αιτίες που φαίνεται να οδήγησαν τις ΗΠΑ στην πρόκληση όλης αυτής της έντασης είναι, αφενός, η προσπάθεια των ΗΠΑ για διαχείριση του τεράστιου χρέους τους και αφετέρου, η γεωπολιτική σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας για το ποιος θα διευρύνει και θα ενισχύσει περισσότερο τη σφαίρα επιρροής του. Και οι δύο αυτές αιτίες πιθανότατα θα απασχολήσουν τις αγορές ξανά τόσο το 2026 όσο και αργότερα, καθώς δεν είναι αιτίες που μπορούν να επιλυθούν εύκολα και γρήγορα.
Απολύσεις στην Τεχνολογία και ο Κίνδυνος Ύφεσης
Οκτώβριος-Νοέμβριος:
Σημαντικό ρόλο στην ανησυχία συνέβαλε κυρίως ο χώρος του Τεχνολογικού τομέα με πολλές χιλιάδες απολύσεις εργαζόμενων. Συγκεκριμένα, η Google ανακοίνωσε 10.000 περικοπές (15 Νοεμβρίου) για εξοικονόμηση 2 δισ. δολαρίων σε AI επενδύσεις, ενώ η Meta και η Amazon ακολούθησαν με 5.000 και 3.000 θέσεις αντίστοιχα.
Όπως αναφέραμε και στην αρχή, ένας από τους πιο σημαντικούς φόβους που συνοδεύει τις αγορές εδώ και καιρό είναι αυτός της ύφεσης. Δηλαδή, η οικονομία να μειώσει ρυθμούς ανάπτυξης και να προσέλθει σε συρρίκνωση, γεγονός που θα περιόριζε το διαθέσιμο εισόδημα σε όλους, άρα και στις αγορές και στους επενδυτές.
Οι μαζικές απολύσεις που παρατηρούνται μπορεί να ωφελούν οικονομικά τις εταιρείες και να τις οδηγούν σε μεγαλύτερα κέρδη, αλλά την ίδια ώρα ενισχύουν ακριβώς αυτούς τους φόβους για ύφεση, καθώς είναι πιθανό να προκαλέσουν μεγάλη αύξηση στην ανεργία. Μπορεί οι εταιρείες να αυξήσουν κέρδη, αλλά θα αυξηθούν και οι δημόσιες δαπάνες για διαχείριση και φροντίδα των μεγάλων αριθμών ανέργων, γεγονός που θα μειώσει τα διαθέσιμα του κράτους. Ενός κράτους που ήδη δυσκολεύεται να διαχειριστεί το υπέρογκο χρέος του. Αν αυτό επιβεβαιωθεί, τότε είναι πολύ λογικό οι αγορές να ανταποκριθούν αρνητικά και οι επενδυτές να ρευστοποιήσουν τις επενδύσεις τους, μεταφέροντας τα χρήματά τους σε άλλες πιο «ασφαλείς» επιλογές, όπως ομόλογα ή πολύτιμα μέταλλα όπως ο χρυσός.
Από την άλλη, την ίδια περίοδο, η Fed, σε συνεδρίαση στις 10 Δεκεμβρίου, έκανε αναφορά για μόνο μία μείωση επιτοκίου εντός του 2026, λόγω του επίμονου πληθωρισμού, που όπως αναφέραμε, επηρεάζει αρνητικά και αλυσιδωτά την κίνηση των αγορών.
Σε αυτό το σημείο, αξίζει να αναφέρουμε πως το χρέος των ΗΠΑ είναι βαθιά συνδεδεμένο με τις μειώσεις επιτοκίων. Όπως είναι γνωστό, οι ΗΠΑ έχουν ένα τεράστιο χρέος το οποίο καλούνται να διαχειριστούν. Πέραν από τη βελτίωση του εμπορικού τους ισοζυγίου, που επιδιώκουν μέσω των δασμών, ένας άλλος τρόπος με τον οποίο οι ΗΠΑ επιδιώκουν να διαχειριστούν το χρέος τους, είναι με μία πιο φτηνή αναχρηματοδότηση χρέους. Με πολύ απλά λόγια, αυτό σημαίνει να δανειστούν ξανά ένα μεγάλο μέρος του χρέους με χαμηλότερο μέσο επιτόκιο δανεισμού. Αυτό θα έχει θετικό αντίκτυπο στην εξυπηρέτηση του χρέους, αλλά φυσικά από μόνο του, ούτε επαρκεί, ούτε λύνει το πρόβλημα στην ολότητά του.
Το τεράστιο χρέος της Αμερικής έχει ήδη ξεπεράσει τα 38 τρισεκατομμύρια δολάρια και ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ της χώρας είναι πέραν του 120%. Μόνο για την αποπληρωμή των τόκων για την εξυπηρέτηση του δανείου και όχι για την αποπληρωμή του δανείου καθ’ εαυτού, χρειάζονται περίπου 1 τρισεκατομμύριο δολάρια κάθε χρόνο. Εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς πως αυτό αποτελεί ήδη ένα από τα πιο σημαντικά, αν όχι το πιο σημαντικό, εμπόδιο και βαρίδιο των ΗΠΑ σε οτιδήποτε θέλουν και επιδιώκουν να κάνουν. Επίσης, είναι προφανές πως δεν είναι ένα πρόβλημα που μπορεί να αντιμετωπιστεί ούτε εύκολα, ούτε γρήγορα, ούτε χωρίς κόστος και σίγουρα θα συνεχίσει να αποτελεί αιτία για αναταραχές στις αγορές τόσο της Αμερικής όσο και παγκοσμίως για τα επόμενα χρόνια.
Τι Περιμένουν οι Αγορές το 2026
Παρά όλους τους φόβους και τις ανησυχίες που αναφέραμε, τα οποία είναι πραγματικά ενδεχόμενα, παραμένουν ενδεχόμενα και όχι βεβαιότητες. Επίσης, ακόμα και ένα ή κάποια από αυτά να συμβούν, μένει να φανεί και ο τρόπος που θα τύχουν διαχείρισης, καθώς εντέλει αυτό θα καθορίσει τον αντίκτυπο που θα έχουν στις αγορές. Αντίκτυπος που θα αποτελείται από το πόσο μακροχρόνιες θα είναι οι επιπτώσεις, πόσο βαθιές και επίσης – πολύ σημαντικό – με ποιο τρόπο θα υπάρξει η ανάκαμψη. Παραδείγματα ήταν οι μεγάλες πτώσεις το 2020 επί Covid και το 2022 με τις αυξήσεις επιτοκίων. Δύο σημαντικές πτώσεις με εντελώς διαφορετικούς τρόπους αντιμετώπισης, διαχείρισης και εντέλει, επαναφοράς στις πρωταρχικές αξίες και ακόμα υψηλότερες.
Έτσι, χωρίς να θεωρείται δεδομένο ότι θα πραγματοποιηθούν οι φόβοι των αγορών, κορυφαίοι οίκοι επενδύσεων, όπως οι Morgan Stanley και UBS, προβλέπουν άνοδο 10-15% στην αμερικανική αγορά μετοχών (S&P 500) για το 2026 και το ΔΝΤ προβλέπει παγκόσμια ανάπτυξη 3,1%.
Όπως ήδη αναφέραμε πιο πάνω, από τη μία έχουμε όλους αυτούς τους φόβους για αρνητικά ενδεχόμενα και από την άλλη, έχουμε όλες αυτές τις μέχρι τώρα τουλάχιστον, θετικές προβλέψεις των διεθνών οίκων επενδύσεων. Πολύ εύλογα θα αναρωτιέται κανείς, πώς θα μπορούσαμε να έχουμε μία συνδυαστική ερμηνεία όλων αυτών για το 2026.
Πολύ συνοπτικά και με απλό τρόπο, θα λέγαμε ότι:
Τα τελευταία χρόνια οι αγορές αυξάνουν την αξία τους, κατά μέσο όρο, περίπου 15% τον χρόνο. Οτιδήποτε συμβαίνει στην παγκόσμια οικονομία μειώνει ή αυξάνει αυτή την αύξηση αξιών. Μεγάλες φυσικές καταστροφές ή γεωπολιτικές συγκρούσεις, όπως Ρωσία-Ουκρανία, φέρνουν μείωση στην ανάπτυξη και τα κέρδη. Επίλυση συγκρούσεων, ειρήνη και νέες καινοτόμες επαναστατικές τεχνολογίες φέρνουν περισσότερη ανάπτυξη και κέρδη.
Έτσι, οι οίκοι, θα λέγαμε πως προς το παρόν τουλάχιστον, δεν προβλέπουν να υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα ένα ή περισσότερα από τα αρνητικά ενδεχόμενα που αναφέραμε να πραγματοποιηθούν ή ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, ότι δεν θα τύχουν επαρκούς διαχείρισης και έτσι οι προβλέψεις τους είναι θετικές.
Βέβαιο είναι πως το 2025 ήταν μία πολύ ενδιαφέρουσα χρονιά για τις αγορές και τους επενδυτές και όσοι αξιοποίησαν ορθά στρατηγικές και τακτικές, απόλαυσαν σημαντικά κέρδη. Για το 2026, μέχρι στιγμής, όλα δείχνουν πως θα είναι επίσης μία ενδιαφέρουσα χρονιά και πως, ακόμα και αν κανένα αρνητικό ενδεχόμενο δεν υλοποιηθεί, μόνο οι φόβοι και οι ανησυχίες τους που αυτά προκαλούν, θα ενισχύουν τις όποιες αναταράξεις και διακυμάνσεις στις αγορές. Σε κάθε περίπτωση και κάθε ενδεχόμενο όμως, όπως και στη ζωή, έτσι και στις αγορές, είναι εξαιρετικά σημαντικό να είμαστε ασφαλείς, τόσο τώρα όσο και το 2026, με σύνεση και σωφροσύνη.
Διαβάστε επίσης: «Η Κύπρος παραμένει εξωγενής οικονομία, το ζητούμενο είναι η παραγωγική αναβάθμιση»



