Συνέντευξη στον Ξένιο Μεσαρίτη
Το 2025 δεν ήταν απλώς ακόμη μια χρονιά κρίσεων στη Μέση Ανατολή – ήταν το σημείο καμπής για μια νέα γεωπολιτική αρχιτεκτονική που θα καθορίσει το 2026 και τα επόμενα χρόνια. Η απελευθέρωση των τελευταίων Ισραηλινών ομήρων, ο Πόλεμος των 12 Ημερών, η ανάδυση άξονα «Αράβων–Ιράν–Τουρκίας», η είσοδος του Καζακστάν στις Συμφωνίες του Αβραάμ, αλλά και η υπογραφή συμφωνίας ΑΟΖ Κύπρου–Λιβάνου, δημιουργούν ένα τελείως νέο περιβάλλον ισχύος.
Η Πωλίνα Άνιφτου αναλύει στο Economy Today γιατί ο χάρτης της περιοχής επανασχεδιάζεται, πώς ΗΠΑ και Ρωσία κινούνται σε ένα πλαίσιο ψυχρού πραγματισμού, ποιος είναι ο ρόλος της Κίνας και γιατί η Κύπρος δεν μπορεί πλέον να στηρίζεται μόνο στις συμμαχίες της, αλλά οφείλει να επενδύσει στην αυτοδύναμη άμυνα και την ενεργητική διπλωματία.
Πώς θα χαρακτηρίζατε το 2025 από πλευράς γεωπολιτικής;
Το 2025 αποδείχθηκε καθοριστικό έτος για τη γεωπολιτική αρχιτεκτονική της ευρύτερης περιοχής. Η απελευθέρωση των τελευταίων είκοσι Ισραηλινών ομήρων της Χαμάς, έπειτα από άμεση παρέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών και του προέδρου Τραμπ, ανέδειξε την επιστροφή της αμερικανικής επιρροής στη Μέση Ανατολή μέσω μιας πιο παρεμβατικής στρατηγικής. Παράλληλα, η σταδιακή διαμόρφωση μιας άτυπης συνεννόησης μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας στο ουκρανικό μέτωπο αποκάλυψε μια νέα ισορροπία πραγματισμού, εντός της οποίας η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει περιθωριακός δρών. Τέλος, η Μέση Ανατολή εισήλθε σε φάση αναδιάταξης ισχύος, με μεταβαλλόμενες συμμαχίες και αναδυόμενους άξονες συνεργασίας, γεγονός που διαμορφώνει ένα νέο, περισσότερο ρευστό και ασταθές στρατηγικό περιβάλλον για όλη την περιοχή.
Σε τι μπορεί να οδηγήσει μια αναδιάταξη δυνάμεων στην περιοχή μας;
Η εμπλοκή της Τουρκίας στο παλαιστινιακό ζήτημα εισάγει ένα νέο παράγοντα αστάθειας για την αμερικανική εξωτερική πολιτική, καθώς η Άγκυρα κινείται πλέον σε ευθεία αντιπαράθεση με το Ισραήλ – τον κύριο εκτελεστικό βραχίονα της αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή. Η ισραηλινή επιχείρηση στην Ντόχα, η οποία δεν πέτυχε την εξουδετέρωση της ηγεσίας της Χαμάς, είχε ως σημαντικότερο αποτέλεσμα την παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων του Κατάρ. Ως εκ τούτου, το Κατάρ, από κράτος που συχνά κατηγορείτο για ενίσχυση εξτρεμιστικών δικτύων, βρέθηκε δικαιολογημένα σε θέση σύγκρουσης με το Ισραήλ και ευθυγραμμίστηκε με την Αίγυπτο σε έναν αναδυόμενο αραβικό άξονα που επιδιώκει τον περιορισμό του Ισραήλ στα προ του 1967 σύνορα και την αναγνώριση ενός παλαιστινιακού κράτους.
Κατά την άποψή μου, ωστόσο, η προοπτική ενός βιώσιμου παλαιστινιακού κράτους παραμένει εξαιρετικά ασαφής. Το πολιτειακό του υπόβαθρο, η δημογραφική του ταυτότητα και τα εδαφικά του όρια δεν έχουν αποσαφηνιστεί και επομένως η συζήτηση για την άμεση συγκρότησή του στερείται ουσιαστικού περιεχομένου. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι η ισραηλινή ενέργεια στο Κατάρ επιτάχυνε την προσέγγιση μεταξύ Ιράν και αραβικών μοναρχιών εκτός των Συμφωνιών του Αβραάμ, ενώ παράλληλα διευκόλυνε την Τουρκία να ενταχθεί σε έναν άτυπο τριμερή σχηματισμό με αυξανόμενη περιφερειακή επιρροή.
Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση μιας νέας πραγματικότητας στην οποία ένας άξονας «Αράβων – Ιράν – Τουρκίας» δημιουργεί ένα δακτύλιο γεωπολιτικής πίεσης γύρω από τον ζωτικό χώρο του Ισραήλ. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι Συμφωνίες του Αβραάμ βρίσκονται πλέον σε φάση δοκιμασίας, καθώς το περιφερειακό περιβάλλον μεταβάλλεται γρηγορότερα από ό,τι μπορούν να το απορροφήσουν οι θεσμικές δομές που τις στηρίζουν.
Υπάρχει περίπτωση ενός νέου κτυπήματος του Ισραήλ στο Ιράν; Και αν ναι οι Άραβες πως θα αντιδράσουν;
Ο Πόλεμος των 12 Ημερών τον Ιούνιο 2025 ήταν ένα καίριο βήμα ώστε να εξοντωθεί το μεγαλύτερο μέρος της στρατιωτικής ηγεσίας του Ιράν και αρκετά πολιτικά στελέχη. Υπάρχει όμως ένα ζήτημα που δείχνει το πόσο το Ισραήλ δεν έχει καταλάβει το Ισλάμ και δη το Ιράν. Το Ιράν εννοώντας την Ισλαμική Δημοκρατία δεν υπάρχει περίπτωση να ανατραπεί αν δεν αποχωρήσει με τον οποιοδήποτε τρόπο ο Αγιατολάχ. Ο Αγιατολάχ για τους Ιρανούς και το καθεστώς είναι σαν έναν εθνάρχη, οι Σιίτες μουσουλμάνοι ένεκα του ότι αποτελούν τη μειοψηφία στο Ισλάμ είναι απόλυτα συνδεδεμένοι με τους κληρικούς, μέσω θρησκευτικών σεμιναρίων και προσευχών, οπότε για την ενσάρκωση της Ισλαμικής Δημοκρατίας είναι σημαντική η παρουσία του Αγιατολάχ. Εκεί θεωρώ το Ισραήλ έχασε το έρεισμά του για την πτώση του καθεστώτος. Ακόμη και αν ο Ισραηλινός ΠΘ αρνείται πως άμεσος στόχος ήταν το καθεστώς, θεωρώ πως ήταν το καίριο ζητούμενο.
Οι δε Άραβες πλέον αισθάνονται απειλή από το Ισραήλ και δη επί Τραμπ και αν δεν συνταχθούν με το Ιράν, πλέον σίγουρα δεν θα συνταχθούν με το Ισραήλ. Για την ύπαρξη του Παλαιστινιακού ευθύνονται οι Άραβες ηγέτες που εργαλειοποιούν τον λαό της Γάζας με τον Αναλφαβητισμό, την πενία, τους εξοπλίζουν για να αποτελούν κίνδυνο στο Ισραήλ, ώστε το Ισραήλ να είναι μόνιμα απασχολημένο σε έναν πόλεμο και να μην μπορεί να αναπτυχθεί.
Υπάρχει κάποιος όντως υπαρκτός κίνδυνος εναντίον του Ισραήλ από το Ιράν;
Η προσοχή της Τεχεράνης μετά την εξόντωση του ηγέτη της Χεζμπολάχ Χασάν Νασράλαχ (2024) στρέφεται πλέον στον Λίβανο, όπου φιλοδοξεί να μην αφοπλιστεί η Χεζμπολάχ και να διαμορφώσει μια κυβέρνηση φιλικά προσκείμενη προς το Ιράν και τη Σιίτικη Οργάνωση, ενισχύοντας τον άξονα επιρροής της στη Μέση Ανατολή. Αυτή η στρατηγική της «υπομονής» έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με το ισραηλινό αφήγημα. Το Ισραήλ, που αντιμετωπίζει δημογραφικές πιέσεις και εσωτερική ανασφάλεια, επιδιώκει άμεσες στρατιωτικές και πολιτικές εξελίξεις, βλέποντας στην προσάρτηση νέων περιοχών —όπως η Δυτική Όχθη— ένα δρόμο προς στρατηγική επιβίωση.
Παράλληλα, το Ισραήλ φοβάται ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του ιρανικού σχεδίου «διχοτόμησης» —μιας στρατηγικής που διατυπώνεται δημόσια από τον Αγιατολάχ Χαμενεΐ ήδη από το 1989 και προβλέπει ένα δημοψήφισμα Εβραίων, Αράβων και Παλαιστινίων για το μέλλον του ισραηλινού κράτους. Το Τελ Αβίβ αντιλαμβάνεται ότι μια τέτοια εξέλιξη θα έθετε σε κίνδυνο την κυριαρχία και τη σύνθεση του πληθυσμού του. Παράλληλα πολλάκις το ιρανικό καθεστώς έθεσε ως όρο της επιβίωσης και της στρατηγικής του την «απελευθέρωση» της Ιερουσαλήμ και τη δημιουργία ενός παν-ισλαμικού κράτους.
Είναι δυνατή η προσάρτηση των περιοχών της Δυτικής Όχθης στο Ισραήλ;
Η εδαφική επέκταση του Ισραήλ δεν αποτελεί απλώς στρατιωτική ή ιδεολογική επιδίωξη, αλλά αντανακλά μια βαθύτερη μακροοικονομική πραγματικότητα. Το Ισραήλ, με υψηλή πυκνότητα πληθυσμού, ταχείς ρυθμούς ανάπτυξης και περιορισμένο γεωγραφικό χώρο, βρίσκεται μπροστά στο ενδεχόμενο να «ασφυκτιά» αναπτυξιακά μέσα στην επόμενη δεκαετία. Το ζήτημα αυτό καθιστά τη Γάζα και τη Δυτική Όχθη όχι μόνο γεωστρατηγικά κρίσιμες, αλλά και οικονομικά αναγκαίες για την επιβίωση του ισραηλινού μοντέλου.
Παρόμοια πίεση συναντάται και στην περίπτωση της Κύπρου. Η μακροοικονομική τροχιά της Κυπριακής Δημοκρατίας δείχνει ότι η χώρα θα βρεθεί σε αντίστοιχο αδιέξοδο αν δεν επιτύχει κάποια μορφή εδαφικής ενοποίησης. Η προοπτική ενός ενιαίου κράτους χωρίς τη ΔΔΟ δεν αποτελεί απλώς πολιτικό ιδεώδες, αλλά αντανακλά μια μακροπρόθεσμη ανάγκη οικονομικής βιωσιμότητας, ενεργειακής στρατηγικής και δημογραφικής ανθεκτικότητας.
Υπό αυτή την οπτική, η στρατηγική σύγκλιση Κύπρου–Ισραήλ δεν είναι συγκυριακή ούτε προϊόν αποκλειστικά γεωπολιτικών υπολογισμών. Αποτελεί έκφραση ενός κοινού συμφέροντος: την ανάγκη των δύο κρατών να επεκτείνουν τον διαθέσιμο γεωγραφικό και ζωτικό τους χώρο, ώστε να διασφαλίσουν τη μακροπρόθεσμη επιβίωση των οικονομιών τους. Όλα τα υπόλοιπα —συνεργασίες ασφαλείας, ενεργειακά έργα, πολιτικές ανακοινώσεις— αποτελούν δευτερεύουσες παραμέτρους ενός βαθύτερου στρατηγικού προβλήματος που τόσο η Κύπρος όσο και το Ισραήλ γνωρίζουν ότι δεν μπορεί να λυθεί χωρίς μια νέα χωρική πραγματικότητα στην περιοχή.
Πιστεύετε στη διεύρυνση των Συμφωνιών του Αβραάμ;
Κατά την εκτίμησή μου, η επίθεση της Χαμάς τον Οκτώβριο του 2023 δεν αποτέλεσε μια αυτόνομη επιχειρησιακή ενέργεια, αλλά προϊόν προετοιμασίας και ανοχής – αν όχι άμεσης ενίσχυσης – από περιφερειακούς δρώντες όπως η Αίγυπτος, το Ιράν, το Κατάρ και η Τουρκία. Ενδεικτικό της ευρύτερης αυτής πραγματικότητας ήταν η άνεση με την οποία ο πρόεδρος της Αιγύπτου παρουσίασε σχέδιο ανοικοδόμησης της Γάζας ύψους 25–50 δισ. δολαρίων, χρηματοδοτούμενο από κράτη του Κόλπου. Εάν τέτοιες χρηματοδοτήσεις είχαν διοχετευθεί απευθείας στη Χαμάς υπό το πρόσχημα «ανοικοδόμησης», η στρατιωτική ενίσχυσή της θα μπορούσε να έχει οδηγήσει σε μια ακόμη πιο καταστροφική επίθεση εναντίον του Ισραήλ – ίσως σε γεγονότα που ιστορικά θα προσέγγιζαν τη λογική ενός νέου Ολοκαυτώματος.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Σαουδική Αραβία δεν έχει καμία πολιτική ή θρησκευτική σκοπιμότητα να ενταχθεί στις Συμφωνίες του Αβραάμ. Ως «γη του Κορανίου» και τόπος ζωής του Προφήτη Μωάμεθ, η Σαουδική Αραβία φέρει βαρύ θρησκευτικό συμβολισμό για 1,8 δισεκατομμύρια μουσουλμάνους. Η Ιερουσαλήμ –τόπος της νυκτερινής αναλήψεως του Μωάμεθ– αποτελεί την κορυφαία ιερή πόλη του Ισλάμ μετά τη Μέκκα και τη Μεδίνα. Η αποδοχή ότι η Ιερουσαλήμ ανήκει στο Ισραήλ δεν είναι απλώς πολιτικά δύσκολη είναι θεολογικά αδύνατη για ένα καθεστώς που επιδιώκει να διατηρήσει τη θρησκευτική του νομιμοποίηση.
Υπό αυτές τις συνθήκες, υπερισχύει αυτό που θα ονόμαζα «πολιτική του φόβου»: ο φόβος της Σαουδικής Αραβίας για την αντίδραση της παγκόσμιας μουσουλμανικής κοινότητας, όχι μόνο του αραβικού κόσμου. Για τον λόγο αυτό, θεωρώ ιδιαίτερα απίθανο να ενταχθεί η Σαουδική Αραβία –ή οποιαδήποτε άλλη βασική αραβική δύναμη– στις Συμφωνίες του Αβραάμ στο άμεσο μέλλον. Το περιφερειακό περιβάλλον, η θρησκευτική νομιμοποίηση και οι ισορροπίες ισχύος συγκλίνουν προς την κατεύθυνση της διατήρησης αποστάσεων από το Ισραήλ και όχι προς την ομαλοποίηση.
Οπότε η πρόσφατη ένταξη τού Καζακστάν τι σημαίνει;
Η ένταξη του Καζακστάν στις Συμφωνίες του Αβραάμ αποτελεί μια σημαντική γεωπολιτική εξέλιξη που μετατρέπει την Κεντρική Ασία σε νέο πεδίο ισραηλινής επιρροής. Ως η μεγαλύτερη και πιο σταθερή χώρα της περιοχής, το Καζακστάν λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ Μέσης Ανατολής, Καυκάσου και Ευρασίας, ανοίγοντας διαύλους συνεργασίας σε εμπόριο, ενέργεια και ασφάλεια.
Η νέα αυτή δομή έχει άμεσες συνέπειες για την περιφερειακή ισορροπία:
(1) Το Ιράν βρίσκεται πλέον γεωπολιτικά περικυκλωμένο από βορρά και νότο, καθώς η Κασπία Θάλασσα μετατρέπεται σε πεδίο συνεργασίας ανάμεσα σε κράτη που έχουν στενές σχέσεις με το Ισραήλ.
(2) Το Αζερμπαϊτζάν αποκτά επιπλέον διαύλους σύνδεσης με τον εβραϊκό κόσμο, ενισχύοντας τον δικό του ρόλο ως περιφερειακή γέφυρα.
(3) Οι ΗΠΑ, μέσω της ισραηλινής διπλωματικής παρουσίας, αποκτούν πρόσβαση στην Κεντρική Ασία και ταυτόχρονα πλευρίζουν την Κίνα σε έναν από τους πιο ευαίσθητους γεωπολιτικά χώρους.
Η Κεντρική Ασία, που κάποτε θεωρείτο «μακριά» από το ενδιαφέρον της Μέσης Ανατολής, μετατρέπεται πλέον σε νέο γεωπολιτικό πεδίο. Το Καζακστάν λειτουργεί ως επιταχυντής αυτής της μετάβασης και η είσοδός του στις Συμφωνίες του Αβραάμ δείχνει ότι το Δόγμα της Περιφέρειας δεν ήταν απλώς μια ιστορική στρατηγική του Ισραήλ — αλλά ένα μοντέλο που επιστρέφει δυναμικά, επανακαθορίζοντας την Ευρασία.
Ποια η θέση της Ρωσίας στις νεότερες εξελίξεις;
Η Ρωσία, όπως και ο Ντόναλντ Τραμπ, έχει πλέον πλήρως αντιληφθεί τη δομική αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως στρατηγικού δρώντος. Η Ε.Ε. παραμένει οικονομικός γίγαντας αλλά γεωπολιτικός νάνος, χωρίς ενιαία αμυντική δομή, χωρίς επιχειρησιακή δυνατότητα αυτόνομης δράσης και με εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες για την αποτροπή και την ασφάλειά της. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι σε θέση –ούτε πολιτικά ούτε στρατιωτικά– να εμπλακεί σε πόλεμο με τη Ρωσία. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, οι ΗΠΑ δεν θα προσέφεραν την ίδια έκταση στήριξης που παρείχαν στην Ουκρανία, καθώς η αμερικανική στρατηγική έχει μετατοπιστεί προς την Ασία και λειτουργεί πλέον με όρους επιλεκτικής ανάμειξης. Η Μόσχα και η Ουάσινγκτον το γνωρίζουν, η Ευρώπη απλώς το φοβάται.
Υπάρχει συνεργασία ΗΠΑ και Ρωσίας σε γεωπολιτικά ζητήματα;
Οι ΗΠΑ έχουν επιστρέψει σαν ο μεγάλος παίκτης στο παιχνίδι των διεθνών σχέσεων, οπότε την ενδιαφέρει να δημιουργήσει ένα συγκεκριμένο ζωτικό χώρο που έχει να κάνει με τη γεωγραφική της εμβέλεια. Η διακυβέρνηση Τραμπ αντιλαμβάνεται πως δεν είναι δυνατόν να θεωρείται αυξημένης στρατηγικής εμβέλειας η Μέση Ανατολή αλλά όχι η Βενεζουέλα, το Μεξικό και ο Καναδάς. Υπό αυτό το πρίσμα οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν να εμπλέκονται σε πολέμους άλλους, ακόμη και του Ισραήλ και δη σε αδιέξοδους πολέμους. Διά τούτο μια σύγκρουση μεταξύ Ε.Ε.- Ρωσίας στερεί από τις ΗΠΑ τον χρόνο ώστε να απομονώσει την Κίνα και θέτει σε διατρητή θέση τη Ρωσία που και αυτή δεν επιθυμεί μια δυνατή Κίνα που μάλιστα έχει βλέψεις επεκτασιμότητας στην Κινέζικη Θάλασσα απέναντι στην Ταϊβάν και σε ρωσικά εδάφη της Άπω Ανατολής, αφού ας μην ξεχνάμε πως η χερσόνησος της Καμτσάσκας ανήκε στην Κίνα και πρόσφατα ξέσπασε επεισόδιο στα ΜΚΔ με τους Κινέζους να αναφέρονται έντονα στο όλο θέμα.
Η Κίνα πώς εμπλέκεται στη Μέση Ανατολή; Και ποια η σχέση της με το Ιράν;
Η περιφερειακή στρατηγική του Ιράν μετά το 2020 διαμορφώνεται σε ένα πλαίσιο οικονομικής και γεωπολιτικής αλληλεξάρτησης με την Κίνα, μέσω της 25ετούς συμφωνίας στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ των δύο κρατών (2020) αξίας πέραν των $440 δις. Η συμφωνία αυτή προσπάθησε να ενισχύσει τον κινεζικό ρόλο στη χρηματοδότηση της ανασυγκρότησης της Συρίας και του Ιράκ, μετατρέποντας την Τεχεράνη σε κρίσιμο κόμβο των κινεζικών εμπορικών πρωτοβουλιών στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Ιράν γενικά αποφεύγει να εμπλακεί σε άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση, επιλέγοντας μια στρατηγική χαμηλής έντασης που εξυπηρετεί τις οικονομικές και περιφερειακές του προτεραιότητες. Βέβαια όλο αυτό σήμερα αναχαιτίζεται και από την καταστροφή του λιμανιού της Βηρυτού τον Αύγουστο 2020 και από την πτώση του καθεστώτος Άσαντ, όμως όσο ζει ο Άσαντ και όσο δεν έχει πέσει το καθεστώς στην Τεχεράνη τίποτα δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Ποια η άποψη σας για τον νέο Πρόεδρο της Συρίας και ποια σχέση μπορεί να διαμορφωθεί με την Κύπρο;
Η εμφάνιση του Αλ-Σαάρα ως νέας ηγετικής φυσιογνωμίας στη Συρία διαμορφώνει ενδιαφέροντα θεωρητικά σενάρια για την επόμενη ημέρα της Ανατολικής Μεσογείου. Σε μια περίοδο όπου η περιοχή χαρακτηρίζεται από ανακατατάξεις ισχύος, η παρουσία ενός Σύριου ηγέτη με ικανότητα περιφερειακής δικτύωσης και επιθυμία απεξάρτησης από εξωτερικούς δρώντες, όπως το Ιράν και η Τουρκία, θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες δυνατότητες συνεργασίας και σταθερότητας.
Σε αυτό το πλαίσιο, ένας ανασυγκροτημένος συριακός κρατικός μηχανισμός υπό τον Αλ-Σαάρα θα μπορούσε να επιδιώξει ένα πιο ισορροπημένο σύστημα διεθνών σχέσεων, ενισχύοντας τις επαφές με κράτη της Ανατολικής Μεσογείου. Η ανάπτυξη αεροπορικών συνδέσεων Συρίας–Κύπρου ή Συρίας–Ελλάδας θα αποτελούσε σημαντικό βήμα οικονομικής και πολιτικής εξωστρέφειας, περιορίζοντας την τουρκική επιρροή στις μετακινήσεις και στις υποδομές της περιοχής.
Η Συρία υπό τον Αλ-Σαάρα θα μπορούσε επίσης να λειτουργήσει ως δίαυλος συνεννόησης με τον Λίβανο, ο οποίος αντιμετωπίζει χρόνιες πολιτικές και οικονομικές προκλήσεις. Μια τριμερής συνεργασία Κύπρου–Λιβάνου–Συρίας θα είχε τη δυνατότητα να αποτελέσει έναν άξονα σταθερότητας, με έμφαση στην ασφάλεια, την αντιτρομοκρατία και την ενεργειακή διασύνδεση ιδιαίτερα μετά τη συμφωνία για την ΑΟΖ μεταξύ Κύπρου και Λιβάνου.
Ωστόσο, ο Ισραηλινός ΠΘ δεν τον έχει αποδεχθεί πλήρως, πώς το σχολιάζετε;
Για το Ισραήλ, η προοπτική αυτή εμφανίζεται ως μια μορφή νέου «περιφερειακού δόγματος», όπου η Κύπρος λειτουργεί ως ουδέτερος κόμβος διαμεσολάβησης. Παρότι το Τελ Αβίβ παραμένει επιφυλακτικό απέναντι στον Αλ-Σαάρα, ένα αναθεωρημένο περιφερειακό πλαίσιο θα μπορούσε να δημιουργήσει λειτουργικούς διαύλους, ιδιαίτερα αν ο Σύριος ηγέτης δείξει προθυμία για μια πιο πραγματιστική προσέγγιση, συμπεριλαμβανομένης —θεωρητικά— της μελλοντικής αναγνώρισης του Ισραήλ.
Στο ευρύτερο περιφερειακό περιβάλλον, μια ισχυρή Συρία που αποστασιοποιείται από το Ιράν και περιορίζει τη δράση σιιτικών παραστρατιωτικών Οργανώσεων, ενισχύει την σιιτική παρουσία με στρατιωτικές βάσεις, εμπλοκή δυτικών επενδύσεων θα μπορούσε να διαδραματίσει ρόλο εξισορρόπησης σε μια περιοχή που πλήττεται από χρόνια αστάθεια. Ένα τέτοιο σενάριο υποδηλώνει ότι η σταθερότητα της Συρίας δεν είναι μόνο εσωτερική πρόκληση, αλλά και κρίσιμος παράγοντας για τη διαμόρφωση ενός νέου συστήματος συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο μεταξύ Κύπρου- Συρίας-Λιβάνου-Ισραήλ- ΗΠΑ και ακόμη και της Ελλάδος.
Η υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ Λιβάνου και Κύπρου για την ΑΟΖ αναχαιτίζει την τουρκική εξωτερική πολιτική;
Η υπογραφή συμφωνίας οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Κύπρου και Λιβάνου θα συνιστούσε μια εξέλιξη που αναχαιτίζει ουσιαστικά την τουρκική εξωτερική πολιτική. Η Άγκυρα στηρίζει το αφήγημα των «παράλληλων ζωνών» στη γεωπολιτική ασάφεια της Ανατολικής Μεσογείου και στη διπλωματική αδράνεια των γειτονικών κρατών. Μια σαφής, νομικά κατοχυρωμένη οριοθέτηση Κύπρου–Λιβάνου καταρρίπτει στον πυρήνα του το τουρκικό επιχείρημα ότι μπορεί να εμφανίζεται με εφαπτόμενες θαλάσσιες αξιώσεις που φτάνουν μέχρι τη Γάζα.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η Τουρκία δεν ανέμενε η Κύπρος να προχωρήσει σε ένα τόσο ενεργητικό διπλωματικό βήμα. Η Άγκυρα είχε επενδύσει επί χρόνια στην ιδέα πως ο Λίβανος θα παρέμενε ουδέτερος, παγωμένος ή επιφυλακτικός απέναντι στην Κύπρο λόγω εσωτερικών πιέσεων και περιφερειακών ισορροπιών. Μια τέτοια συμφωνία θα αιφνιδίαζε την τουρκική διπλωματία, διότι:
- κλείνει την πόρτα σε οποιοδήποτε σενάριο τουρκικών εφαπτόμενων θαλάσσιων αξιώσεων,
- ενισχύει τη θέση της Κύπρου μέσω μιας συμφωνίας με αραβικό κράτος – κάτι που η Άγκυρα δεν μπορεί εύκολα να αντικρούσει,
- συσπειρώνει Κύπρο–Λίβανο–Ισραήλ απέναντι στη στρατηγική περικύκλωσης της Τουρκίας,
- και ανατρέπει την τουρκική υπόθεση ότι η Κύπρος δεν διαθέτει την πρωτοβουλία ή τη διπλωματική ευελιξία για τέτοιες κινήσεις.
Επομένως, η συμφωνία δεν είναι απλώς χρήσιμη: αποτελεί στρατηγικό αιφνιδιασμό για την Τουρκία και σημαντικό περιορισμό της αναθεωρητικής της διπλωματίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Γι’ αυτό και κρίνεται αναγκαίο η συμφωνία μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου για την ΑΟΖ (2022) που δεν εφαρμόστηκε ποτέ να επανέλθει και να εφαρμοστεί με τις δέουσες αλλαγές φυσικά. Αυτό θα παγιώσει τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών της Κύπρου, του Λιβάνου και του Ισραήλ ανακόπτοντας την πορεία της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο και από τυχόν αξιώσεις με τη Γάζα και την Αίγυπτο.
Είναι δυνατόν να εφαρμοστεί μια ανάλογη συμφωνία για την ΑΟΖ όταν ο Λίβανος δεν αναγνωρίζει το Ισραήλ;
Έχουμε ανάλογο παράδειγμα όταν ο Σάχης του Ιράν δεν αναγνώρισε ποτέ de jure το Ισραήλ, όμως η συνεργασία σε όλα τα πεδία μεταξύ των δύο χωρών ήταν η πιο βαθιά και η πιο αξιόπιστη που είχε ποτέ το Ισραήλ στην περιοχή, με κάθε όφελος βέβαια και προς τον ίδιο τον Σάχη. Οπότε οι διεθνείς σχέσεις έχουν την έννοια του νόμου αλλά κυρίως της επιβίωσης και του συμφέροντος εκτός του τι θεωρείται νόμιμο ή ηθικό.
Μπορεί σήμερα η Τουρκία να γίνει η μεγαλύτερη δύναμη στην περιοχή;
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, η Τουρκία είναι η χώρα που διαδέχθηκε την Οθωμανική Αυτοκρατορία και επιδόθηκε από το 1920 και μετέπειτα στην εκδυτικοποίησή της και στον αποθωμανισμό της μέσα από βίαιες μεθόδους και υπό το πρίσμα της πίεσης του νεοϊδρυθέντος Αγγλο-οθωμανικού Δόγματος και εξηγούμαι: η ανακήρυξη της Τουρκικής Δημοκρατίας και η είσοδος του Κεμαλισμού οδήγησε μεν στον αποθωμανισμό της Τουρκίας, όμως ταυτόχρονα η Τουρκία απομακρύνθηκε από τις οθωμανικές κτήσεις της στην ανατολή, από το ισλαμικό γίγνεσθαι και δημιούργησε την Τουρκική Δημοκρατία μέσα σε πλέγματα γενοκτονιών, εκτουρκισμού, διώξεων και εισχώρησης εδαφών χωρίς να ενδιαφερθεί να ενσωματώσει τους λαούς, μειονότητες, εθνότητες που την αποτελούσαν.
Ως αποτέλεσμα η Τουρκία από το 1930 και μετέπειτα έμαθε να εργάζεται ως κρατικός μηχανισμός σε κέντρα-πυρήνες εξουσίας καλά οργανωμένους και όχι ως έθνος, καίτοι ο Κεμάλ προσπάθησε και πλάσαρε μια πολύ στρατηγική ερμηνεία του «έθνους» στους αποτελούντες τον τουρκικό λαό.
Ως εκ των ωσάνω στο ερώτημα αν η Τουρκία μπορεί να επηρεάσει τις μεγάλες δυνάμεις για να γίνει η ίδια η περιφερειακή κυρίαρχη δύναμη, η απάντηση δεν είναι πια θετική και όλα θα εξαρτηθούν από το αν θα ανατραπεί το καθεστώς του Ιράν. Η μεταβαλλόμενη γεωπολιτική αρχιτεκτονική της Μέσης Ανατολής δημιουργεί το ενδεχόμενο επανεξέτασης συνεργασιών που μέχρι σήμερα θεωρούνταν αδιανόητες. Στο πλαίσιο αυτό, η πιθανότητα μιας μελλοντικής τριμερούς στρατιωτικής συνάρθρωσης ανάμεσα στο Ισραήλ, την Ελλάδα/Κύπρο και ένα μετα-επαναστατικό Ιράν αναδεικνύεται ως θεωρητικά ενδιαφέρουσα επιλογή εξισορρόπησης.
Μια τέτοια συνεργασία θα μπορούσε πρώτον να λειτουργήσει ως ανασχετικός μηχανισμός στον τουρκικό θαλάσσιο επεκτατισμό, περιορίζοντας την υλοποίηση του δόγματος «Γαλάζια Πατρίδα». Δεύτερον, θα ενίσχυε την αποτροπή έναντι του τουρκικού ελέγχου των Δαρδανελλίων, που επηρεάζει άμεσα τη σταθερότητα της Μαύρης Θάλασσας, του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Τρίτον, θα προσέφερε μια νέα γεωοικονομική διάσταση στον ενεργειακό άξονα Ισραήλ–Κύπρου–Ελλάδας–ΗΠΑ, μειώνοντας την τουρκική επιρροή στα θαλάσσια δίκτυα ενέργειας και ενισχύοντας την κυριαρχική θέση της Κύπρου.
Η επαναπροσέγγιση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη αναδιαμόρφωση του ιστορικού Δόγματος της Περιφέρειας του Ισραήλ, το οποίο στόχευε στη συνεργασία με μη αραβικά κράτη για την αποτροπή περιφερειακών απειλών. Σήμερα, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου αναθεωρητισμού, η αναβίωση μιας τέτοιας στρατηγικής ίσως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αποφυγή ενός νέου αραβο–ισραηλινού ή ισλαμο-ισραηλινού πολέμου με την εμπλοκή και του Ιράν και της Τουρκίας, όπου πια η ισλαμική κοινότητα θα βάλει σωρηδόν εναντίον του Ισραήλ.
Σας προβληματίζουν οι απειλές της Τουρκίας κατά της Κύπρου;
Η Τουρκία, προκειμένου σήμερα να απειλήσει στρατιωτικά την Κύπρο, οφείλει να λάβει υπόψη δύο κρίσιμους παράγοντες. Πρώτον, ότι οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια θα εκληφθεί από το Ισραήλ ως άμεση απειλή στον ζωτικό του χώρο, δεδομένης της στρατηγικής σχέσης Κύπρου–Ισραήλ και της σημασίας της Ανατολικής Μεσογείου για την ισραηλινή ασφάλεια. Δεύτερον, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να αγνοήσουν μια ανατροπή της περιφερειακής ισορροπίας σε μια περιοχή όπου διακυβεύονται ενεργειακά, ναυτικά και γεωπολιτικά συμφέροντα της Δύσης.
Ωστόσο, το γεγονός ότι η Κύπρος απολαμβάνει πλέον μεγαλύτερη στρατηγική προστασία δεν σημαίνει ότι είναι απρόσβλητη. Αντίθετα, η νέα πραγματικότητα επιβάλλει ενίσχυση της εθνικής άμυνας, αναβάθμιση του στρατιωτικού δόγματος και σοβαρή προετοιμασία του πληθυσμού απέναντι σε σύγχρονες μορφές απειλής. Η ανάπτυξη καταφυγίων, η πολιτική άμυνα, η εκπαίδευση των πολιτών και η δημιουργία ενός επαγγελματικού, τεχνολογικά αναβαθμισμένου στρατεύματος αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για μια αξιόπιστη αποτρεπτική ικανότητα.
Σε μια εποχή αναθεωρητισμού και ασύμμετρων κινδύνων, η Κύπρος δεν αρκεί να στηρίζεται μόνο στις συμμαχίες της, οφείλει να επενδύσει στην αυτοδύναμη άμυνα, ώστε να διασφαλίσει την κυριαρχία της και να παραμείνει σταθερό σημείο στην αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου.
Ποιο είναι Το Γεωπολιτικό Μήνυμα του 2026;
Το 2026 ας είναι η χρονιά όπου τα κράτη κτίζουν γέφυρες αντί για τείχη, ενισχύουν τη συνεργασία αντί της σύγκρουσης και επενδύουν σε σταθερότητα, ασφάλεια και αξιοπρέπεια για όλους. Ας είναι η χρονιά που η Μέση Ανατολή και ο κόσμος μας θα βρουν δρόμους συνεννόησης, εκεί όπου μέχρι χθες υπήρχαν μόνο ανταγωνισμοί.
Διαβάστε επίσης: «Η Κύπρος παραμένει εξωγενής οικονομία, το ζητούμενο είναι η παραγωγική αναβάθμιση»



