Συστάσεις ως προς την τήρηση της νομιμότητας και της διαφάνειας σε διακρατικές συνεργασίες, αλλά και τη μείωση της εξάρτησης από συγκεκριμένους αναδόχους, περιλαμβάνει η Ειδική Έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας με αντικείμενο ελέγχου το έργο «Ψηφιακός Πολίτης».
Σύμφωνα με το κείμενο της Έκθεσης, κατά τον έλεγχο εξετάστηκαν πτυχές της διαδικασίας ανάθεσης, υλοποίησης και οικονομικής διαχείρισης του έργου «Ψηφιακός Πολίτης», το οποίο αποτελεί μία νέα προσέγγιση, προσφέροντας και διαλειτουργικότητα με την αντίστοιχη εφαρμογή της Ελλάδας.
Σημειώνεται ότι στον Ψηφιακό Πολίτη έχουν ήδη περιληφθεί το Δελτίο Ταυτότητας, η Άδεια Οδήγησης, το Πιστοποιητικό Καταλληλότητας Οχήματος και η Κάρτα Φιλάθλου, ωστόσο, καταγράφονται καθυστερήσεις στη συμπερίληψη των υπόλοιπων εγγράφων.
Ως προς το κομμάτι της διακρατικής συνεργασίας, αναφέρεται ότι η υλοποίηση του έργου πραγματοποιήθηκε μέσω Μνημονίου Συνεργασίας και Σύμβασης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας (ΚΔ) και της Ελληνικής Δημοκρατίας, με νομική βάση το άρθρο 39(4) της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ και ανατέθηκε από το αρμόδιο Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης (ΥΨΔ) της Ελλάδας, στον υφιστάμενο ιδιώτη ανάδοχο του αντίστοιχου ελληνικού έργου (gov.gr), μέσω διαδικασίας διαπραγμάτευσης.
Η Υπηρεσία σημειώνει πως παρότι δεν είχε αρμοδιότητα να εξετάσει τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν από μέρους του αρμόδιου Υπουργείου στην Ελλάδα, η επιλογή της συγκεκριμένης διαδικασίας, σε χρόνο μεταγενέστερο της υλοποίησης του ελληνικού έργου και χωρίς προηγούμενο κοινό σχεδιασμό και κοινή προκήρυξη από τα δύο κράτη, προκαλεί ερωτήματα κατά πόσο η συγκεκριμένη διαδικασία υπηρέτησε τις αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης των υποψήφιων οικονομικών φορέων.
Συμπληρώνεται πως παρότι η συνεργασία μεταξύ κρατών μελών μπορεί να επιφέρει οφέλη κυρίως μέσω της ανταλλαγής τεχνογνωσίας η ΕΥ επισημαίνει ότι τέτοιου είδους συμφωνίες δεν μπορεί να λειτουργούν ως μηχανισμός έμμεσης παράκαμψης των διαδικασιών δημοσίων συμβάσεων, με κίνδυνο την ευνοϊκή μεταχείριση συγκεκριμένων οικονομικών φορέων.
Στις παρατηρήσεις της σχετικά με τη Διαδικασία Ανάθεσης και Υλοποίησης του Έργου, η ΕΥ αναφέρει ότι η βέλτιστη πρακτική θα ήταν η επιλογή ανάθεσης της κοινής εφαρμογής σε έναν οικονομικό φορέα να είχε αποτελέσει σαφή στρατηγική απόφαση εξαρχής, με κοινό σχεδιασμό των δύο κρατών και πριν η Ελλάδα προχωρήσει σε ξεχωριστό διαγωνισμό για το εθνικό της πορτοφόλι, εξασφαλίζοντας έτσι τη διαφάνεια και επιπλέον διασφαλίζοντας ότι οι οικονομικοί φορείς θα γνώριζαν εξαρχής το συνολικό μέγεθος και αντικείμενο του έργου.
Σχετικά με τη διαλειτουργικότητα των δύο εφαρμογών, αναφέρεται ότι χρησιμοποιήθηκε, αρχικά, ως λόγος για την εξαίρεση από τις διαδικασίες των Δημοσίων Συμβάσεων, κάτι που τεχνικά δεν δικαιολογείται κατά την άποψη της Υπηρεσίας εφόσον θα μπορούσε να ενσωματωθεί ως απαραίτητος όρος ή κριτήριο σε ανοικτό διαγωνισμό, διασφαλίζοντας έτσι τη διαφάνεια και την ίση μεταχείριση των οικονομικών φορέων.
Στις παρατηρήσεις της σχετικά με το Οικονομικό Μέρος της Σύμβασης, η ΕΥ αναφέρει ότι κατά τον έλεγχο του Οικονομικού μέρους της Σύμβασης μεταξύ Υφυπουργείου και ΥΨΔ, παρατηρήθηκε έλλειψη αναλυτικής εκτίμησης κόστους και λεπτομερούς κοστολόγησης για τις επιμέρους δραστηριότητες, γεγονός το οποίο δημιουργεί αβεβαιότητα και ερωτηματικά σχετικά με την αντικειμενικότητα και λογικότητα του συμφωνημένου κόστους, προσθέτοντας ότι το ίδιο ισχύει, κατά την άποψη της Υπηρεσίας, και για την ένταξη στην εν λόγω Σύμβαση του κόστους που θα καταβάλει το ΥΨΔ (€200.000) σε τρίτο Ανάδοχο για να προσθέσει επιπλέον λειτουργικότητα στο δικό του «gov.gr wallet», για την οποία το Υφυπουργείο θα παρέχει αποκλειστικά μόνο τεχνογνωσία.
Συμπληρώνεται επίσης ότι το συνολικό κόστος της Σύμβασης ανέρχεται σε €1,7 εκατ. (€1,5 εκατ. από την Κύπρο για τη δημιουργία της εφαρμογής του Ψηφιακού Πολίτη και €200.000 από την Ελλάδα για την ενσωμάτωση ηλεκτρονικής υπογραφής και ταυτότητας στο υφιστάμενο τους ηλεκτρονικό πορτοφόλι «gov.gr wallet», όπου η Κύπρος θα παρέχει την τεχνογνωσία), ωστόσο, για το ποσό του €1,5 εκατ. το οποίο θα καταβάλει η Κύπρος καθώς και για τις επιμέρους δραστηριότητες δεν υπήρχε εκτίμηση κόστους ή λεπτομερής κοστολόγηση κατά την υπογραφή της Σύμβασης.
Προστίθεται ότι το τελικό συνολικό κόστος υλοποίησης του έργου «Ψηφιακός Πολίτης» αναμένεται να υπερβεί το μέγιστο ποσό των €1,5 εκ που αφορά στην υπό εξέταση Σύμβαση, καθώς περιλαμβάνει πρόσθετες δαπάνες, όπως €156.000 για διαχείριση έργου από ιδιωτική εταιρεία, €3.200 για διασύνδεση της εφαρμογής με το Τμήμα Οδικών Μεταφορών, €267.832 για προωθητικές εκστρατείες και €12.503 για προμήθεια QR-Code Scanners για τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολίτη (ΚΕΠ) / Κέντρα Πολίτη (ΚΕΠΟ), κόστη τα οποία δεν ελέγχθηκαν περαιτέρω, καθώς δεν αποτελούν αντικείμενο του παρόντος ελέγχου.
Σε άλλες παρατηρήσεις της, η ΕΥ σημειώνει επίσης τον προβληματισμό της όσο αφορά στη μελλοντική ανάπτυξη του συγκεκριμένου έργου αφού για μελλοντική επέκταση (π.χ. ενσωμάτωση νέων πιστοποιητικών), προσαρμογή και συντήρηση του λογισμικού θα απαιτηθεί η συμμετοχή των ίδιων τρίτων μερών (υπεργολάβων), κάτι που δημιουργεί μια περιπλοκότητα με τα συνεπακόλουθα τυχόν προβλήματα.
Από την άλλη σημειώνεται ως θετικό σημείο ότι στα έγγραφα της Σύμβασης έχει ενσωματωθεί όρος που προβλέπει την υποχρέωση παράδοσης του πηγαίου κώδικα από το ΥΨΔ στο Υφυπουργείο σε περίπτωση τερματισμού ή λήξης της συμφωνίας, ωστόσο, η ύπαρξη της εν λόγω πρόνοιας δεν αναιρεί τις επιφυλάξεις που παρουσιάζονται στην παρούσα Έκθεση αναφορικά με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά την αρχική ανάθεση και τη δημιουργία πλεονεκτικής θέσης υπέρ του υφιστάμενου αναδόχου.
Στις συστάσεις της η ΕΥ αναφέρει ότι οι συνεργασίες μεταξύ κρατών πρέπει να τηρούν τις αρχές της διαφάνειας, της νομιμότητας και της ίσης μεταχείρισης των οικονομικών φορέων, διασφαλίζοντας παράλληλα και την προστασία του δημόσιου συμφέροντος, με την εξαίρεση από τις διαδικασίες των Δημοσίων Συμβάσεων να πρέπει να γίνεται μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις και με πλήρη τεκμηρίωση.
Εισηγείται επίσης στο Υφυπουργείο την ανάπτυξη μιας ολοκληρωμένης στρατηγική για τον ψηφιακό μετασχηματισμό, λαμβάνοντας υπόψη τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές για το Ευρωπαϊκό Ψηφιακό Πορτοφόλι (EUDI) και προβαίνοντας σε μελέτη κόστους οφέλους για τις ενδιάμεσες λύσεις.
Προσθέτει ότι το Υφυπουργείο πρέπει να μειώσει την εξάρτηση από συγκεκριμένους αναδόχους και να εξασφαλίσει ότι οι μελλοντικές συμβάσεις θα διεξάγονται μέσω ανοικτών διαγωνισμών, εκτός εάν υπάρχουν πλήρως τεκμηριωμένοι λόγοι χρήσης διαφορετικών διαδικασιών, διασφαλίζοντας τη διαφάνεια και την ίση μεταχείριση όλων των ενδιαφερόμενων μερών.
Πηγή: ΚΥΠΕ

