Επενδυτικά ταμεία: «Ο τομέας δεν χρειάζεται επανεκκίνηση – βρίσκεται σε φάση θεσμικής ωρίμανσης»

Η Πρόεδρος του CIFA, Μαρία Παναγιώτου, αναλύει τη μετάβαση τής Κύπρου σε ένα μοντέλο φορολογικής σταθερότητας, τις προοπτικές Ελλάδας και Ινδίας και τη μεγάλη πρόκληση της ενεργοποίησης της εγχώριας ρευστότητας των €55 δισ.

Συνέντευξη στον Ξένιο Μεσαρίτη

Ο τομέας των Επενδυτικών Ταμείων στην Κύπρο βρίσκεται σε μια καμπή που δεν χαρακτηρίζεται από στασιμότητα, αλλά από θεσμική ωρίμανση και ανθεκτικότητα. Με τα AUM να παραμένουν σε επίπεδα €8,5–10,5 δισ., τον αριθμό των ενεργών ταμείων να αυξάνεται και την Κύπρο να μεταβαίνει από το μοντέλο της «χαμηλής φορολογίας» σε αυτό της «φορολογικής ασφάλειας και σταθερότητας», οι εξελίξεις δημιουργούν ένα νέο τοπίο για τους επαγγελματίες της αγοράς. Η Πρόεδρος του CIFA, Μαρία Παναγιώτου μιλά, στο Economy Today για τις επιπτώσεις της φορολογικής μεταρρύθμισης, τις στρατηγικές αγορές της Ελλάδας και της Ινδίας, τις πρωτοβουλίες για ενίσχυση του εγχώριου επενδυτικού κοινού και την ανάγκη η Κύπρος να εξελιχθεί σε ένα ολοκληρωμένο «holistic services hub» που θα προσελκύει διεθνή κεφάλαια και υψηλόβαθμα στελέχη.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, τα υπό διαχείριση κεφάλαια (AUM) του τομέα δεν έχουν ξεπεράσει το ανώτατο επίπεδο των περίπου €11,5 δισ. που καταγράφηκε τον Δεκέμβριο του 2021, ενώ τα τελευταία χρόνια κυμαίνονται μεταξύ €8,5 και €10,5 δισ.. Παρόμοια εικόνα σταθερότητας παρατηρείται και στον αριθμό των εγγεγραμμένων Επενδυτικών Ταμείων. Θεωρείτε ότι αυτή η εικόνα υποδηλώνει μια περίοδο στασιμότητας ή ωρίμανσης του τομέα; Και ποια συγκεκριμένα μέτρα ή πρωτοβουλίες θα μπορούσαν, κατά τη γνώμη σας, να συμβάλουν ουσιαστικά στην επανεκκίνηση και τη βιώσιμη ανάπτυξη του κλάδου των Επενδυτικών Ταμείων στην Κύπρο;

Η εικόνα που περιγράφετε δεν υποδηλώνει στασιμότητα, αλλά μια σαφή περίοδο θεσμικής ωρίμανσης και ανθεκτικότητας. Ο τομέας δεν χρειάζεται επανεκκίνηση, καθώς η μέχρι στιγμής πορεία του είναι ήδη βιώσιμη. Θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι το ύψος των περιουσιακών στοιχειών σχετίζεται άμεσα με την αποτίμηση των αγορών. Αν για παράδειγμα ένα ταμείο έχει επενδύσεις σε Μετοχές και η αξία τους μειωθεί πχ. λόγω των συζητήσεων για τους δασμούς, αντίστοιχα θα μειωθεί και η αξία των AUM όπως τα καταγράφει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, χωρίς να σημαίνει εκροή κεφαλαίων. Την ίδια ώρα, τα Επενδυτικά Ταμεία με δραστηριότητες αυξήθηκαν από 224 στο τέλος του 2021 σε 257 στα μέσα του 2025. Για εμάς αυτό υποδηλώνει βιώσιμη και σταθερή ανάπτυξη. Ειδικά αν συνυπολογισθούν και οι διάφορες εταιρείες που παρέχουν υποστηρικτικές υπηρεσίες στις Συλλογικές Επενδύσεις οι οποίες εγκαταστάθηκαν τα τελευταία χρόνια στο νησί.

Υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης; Σίγουρα υπάρχουν. Ας μην ξεχνάμε πως ανταγωνιζόμαστε δικαιοδοσίες που εδώ και δεκαετίες αποτελούν επιλογές για Επενδυτικά Ταμεία (πχ Λουξεμβούργο, Ιρλανδία) με δομές πολύ πιο εξελιγμένες από τις δικές μας. Άρα, η διαρκής και έγκαιρη αναβάθμιση του ρυθμιστικού πλαισίου είναι καθοριστική για τον τομέα. 

Η επερχόμενη φορολογική μεταρρύθμιση αναμένεται να επηρεάσει και τον τομέα των Επενδυτικών Ταμείων — τόσο σε επίπεδο εταιρικής φορολόγησης όσο και ως προς τη φορολογική μεταχείριση της εξαργύρωσης μεριδίων από Κύπριους επενδυτές, καθώς και την κατάργηση της λογιζόμενης διανομής μερίσματος. Πώς εκτιμάτε ότι θα επηρεάσει τη θέση και την ελκυστικότητα της Κύπρου ως κέντρου για Επενδυτικά Ταμεία; Το πρόσημο θεωρείτε ότι θα είναι τελικά θετικό ή αρνητικό;

Ο CIFA συμμετείχε ενεργά στη διαβούλευση από την πρώτη στιγμή, υποβάλλοντας τεκμηριωμένες εισηγήσεις. Πρόκειται για έναν εξειδικευμένο τομέα και στόχος μας είναι να αποφύγουμε στρεβλώσεις που θα δημιουργούσαν συγκριτικό μειονέκτημα. Η γενική μας εκτίμηση είναι πως το πρόσημο της μεταρρύθμισης πρέπει να είναι ξεκάθαρα θετικό. Η Κύπρος μεταβαίνει από το μοντέλο της «χαμηλής φορολογίας» στο μοντέλο της «φορολογικής ασφάλειας και σταθερότητας», κάτι που ζητούν οι θεσμικοί επενδυτές.

Ας δούμε τα τρία σημεία που θίξατε:

Πρώτον η αύξηση του Εταιρικού Φόρου στο 15% δεν μας ανησυχεί. Αντιθέτως, θωρακίζει το κύρος της Κύπρου διεθνώς, αφαιρώντας κάθε επιχείρημα περί «φορολογικού παραδείσου», ενώ παραμένουμε ανταγωνιστικοί εντός Ε.Ε..

Δεύτερον, η κατάργηση της Λογιζόμενης Διανομής Μερίσματος (DDD) και η μείωση της Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα (SDC) στα μερίσματα από το 17% στο 5% είναι, κατά τη γνώμη μου, το πιο ισχυρό κίνητρο που έχει δοθεί τα τελευταία χρόνια για τους Κύπριους.

Τρίτον, όσον αφορά τη φορολόγηση της εξαργύρωσης μεριδίων, η μεταρρύθμιση φέρνει διαφάνεια, αλλά μειώνει την ανταγωνιστική δύναμη των Κύπριων επενδυτών έναντι των ξένων.

Είμαστε αισιόδοξοι ότι η τελική μορφή των νομοσχεδίων θα ενδυναμώσει την προσφορά της Κύπρου προς τα Επενδυτικά Ταμεία και οι αποφάσεις που θα ληφθούν θα είναι με μακροχρόνιο ορίζοντα και όχι με βάση τα πρόσκαιρα αποτελέσματα. Συμμετέχουμε στη διαδικασία που βρίσκεται υπό εξέλιξη στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και θα υποβάλουμε απόψεις και εισηγήσεις αν χρειαστεί.

Έχετε αναφέρει ότι η στρατηγική του CIFA επικεντρώνεται σε αγορές όπως η Ελλάδα και η Ινδία. Ποιοι είναι οι λόγοι που καθιστούν αυτές τις χώρες προτεραιότητα για την προσέλκυση επενδυτών σε κυπριακά Επενδυτικά Ταμεία; Και ποια βήματα θεωρείτε ότι χρειάζονται ώστε η Κύπρος να ενισχύσει περαιτέρω την παρουσία και την προβολή της σε αυτές τις αγορές;

Η επιλογή των δύο αυτών αγορών, δεν είναι θέμα προτεραιοτήτων αλλά προοπτικών που διανοίγονται.

Για την Ινδία, μιλάμε για μια αγορά τεράστιας κλίμακας. Είναι μία από τις πλέον ανερχόμενες οικονομικές δυνάμεις στον κόσμο, με δισεκατομμύρια επενδυτικά κεφάλαια διαθέσιμα. Το «κλειδί» είναι η αναβάθμιση της Κύπρου στην κατηγορία «Category I» από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Ινδίας (SEBI). Αυτό μας εξισώνει θεσμικά με τις μεγάλες δυτικές οικονομίες, επιτρέποντας στα κυπριακά ταμεία να επενδύουν στην Ινδία με λιγότερη γραφειοκρατία και μεγαλύτερη ασφάλεια. Φιλοδοξία μας είναι η Κύπρος να λειτουργήσει ως η «Πύλη της Ινδίας προς την Ευρώπη», όχι μόνο για επενδύσεις αλλά και για ινδικές επιχειρήσεις που αναζητούν ευρωπαϊκή έδρα.

Με την Ελλάδα είναι γνωστό πως μας συνδέουν πολλά. Η σχέση μας είναι στρατηγική και συμπληρωματική, όχι ανταγωνιστική. Καθώς η ελληνική οικονομία ανακτά την επενδυτική βαθμίδα και αναπτύσσεται, οι Έλληνες διαχειριστές αναζητούν ευέλικτα εργαλεία. Το μοντέλο μας είναι ξεκάθαρο: οι επενδύσεις είναι στην Ελλάδα, αλλά η δομή στήνεται στην Κύπρο μέσω των ευέλικτων λύσεων που προσφέρουμε (όπως τα RAIFs). Έτσι, λειτουργούμε ως ο φυσικός εταίρος του ελληνικού οικοσυστήματος.

Να σημειώσω ότι δεν θέτουμε περιορισμούς στις αγορές στόχους, απλώς εντοπίζουμε αυτούς με σημαντικές προοπτικές.

Όπως προαναφέραμε, ο ανταγωνισμός για προσέλκυση επενδύσεων είναι έντονος. Σίγουρα απαιτούνται κονδύλια για μάρκετινγκ και στοχευμένη δράση. Την ίδια ώρα, αντιλαμβανόμαστε τα μεγέθη της χώρας μας και τους περιορισμούς που υπάρχουν και προφανώς δεν επιδιώκουμε να γίνουν υπερβολικές δαπάνες για οτιδήποτε. Σε αυτή την προσπάθεια, η μακροχρόνια συνεργασία με τον Invest Cyprus τον οποίο ευχαριστούμε ιδιαίτερα για τη συνεχή στήριξη του τομέα λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος, επιτρέποντάς μας να έχουμε διεθνή παρουσία αντάξια του επιπέδου των υπηρεσιών μας.

Οι κυπριακές τράπεζες διατηρούν καταθέσεις που ξεπερνούν τα €55 δισ., ένα ποσό πολλαπλάσιο των περιουσιακών στοιχείων που τελούν υπό διαχείριση από Επενδυτικά Ταμεία, τα οποία υπολογίζονται γύρω στα €10 δισ.. Αυτό δείχνει ότι η συμμετοχή Κυπρίων επενδυτών στα εγχώρια Επενδυτικά Ταμεία παραμένει περιορισμένη.
Υπάρχουν πρωτοβουλίες ή δράσεις που στοχεύουν να φέρουν τους Κύπριους επενδυτές πιο κοντά στα κυπριακά
Funds; Ή η στρατηγική του τομέα παραμένει κυρίως εξωστρεφής και προσανατολισμένη σε διεθνείς επενδυτές;

Είναι γεγονός πως ο τομέας αναπτύχθηκε αρχικά ως ένας εξωστρεφής πυλώνας, προσελκύοντας διεθνή κεφάλαια. Όμως, η ύπαρξη ρευστότητας ύψους άνω των €55 δισ. στις τράπεζες, η οποία ουσιαστικά παραμένει «αδρανής» και διαβρώνεται από τον πληθωρισμό, αποτελεί για εμάς τη μεγαλύτερη πρόκληση αλλά και ευκαιρία.

Η Χρηματοοικονομική Παιδεία και ο Χρηματοοικονομικός Αλφαβητισμός είναι ένα καίριο ζήτημα στο οποίο υστερούμε στην Κύπρο. Ως Σύνδεσμος συμβάλλουμε ενεργά στις δράσεις της ΚΕΧΑΠ καθώς θεωρούμε πως στο σημερινό περιβάλλον είναι απαραίτητο να αυξηθούν οι γνώσεις των συμπολιτών μας. Πρώτον, για την προστασία τους από ακατάλληλα προϊόντα ώστε να μην πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης και δεύτερον, για την καλύτερη αξιοποίηση των αποταμιεύσεων τους, των διαθέσιμων κεφαλαίων τους. Την ίδια ώρα, δεν πρέπει να ξεχνάμε και κάποια γεγονότα του παρελθόντος -από το Χρηματιστήριο μέχρι το κούρεμα του 2013- τα οποία κλόνισαν την επενδυτική εμπιστοσύνη. Η ανάκτησή της περνά μόνο μέσα από την εκπαίδευση και την αυστηρή εποπτεία.

Όσον αφορά την προσέλκυση κεφαλαίων στα Επενδυτικά Ταμεία, θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι τα Εναλλακτικά Επενδυτικά Ταμεία (AIF) απευθύνονται κυρίως σε επαγγελματίες ή καλά ενημερωμένους επενδυτές, λόγω του προφίλ ρίσκου τους. Οι ΟΣΕΚΑ (UCITS) είναι το κατεξοχήν προϊόν για τους ιδιώτες και παρόλο που στην Κύπρο το μερίδιό τους είναι ακόμη μικρό, υπάρχουν σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης.

Στόχος μας, δεν είναι η άκριτη μεταφορά κεφαλαίων από τις καταθέσεις στα Επενδυτικά Ταμεία. Κάτι τέτοιο θα ήταν τουλάχιστον κακή πρακτική. Στόχος είναι η βέλτιστη διασπορά κινδύνου. Θέλουμε τα κυπριακά νοικοκυριά να γνωρίζουν τις επιλογές τους και να γίνουν συμμέτοχοι στην ανάπτυξη της οικονομίας μας, απολαμβάνοντας τις αποδόσεις που μπορεί να προσφέρει η επαγγελματική διαχείριση σε βάθος χρόνου.

Στο παρελθόν είχε θεσπιστεί φορολογικό κίνητρο με συντελεστή 8% επί του carried interest για αλλοδαπούς διαχειριστές επενδυτικών κεφαλαίων που δραστηριοποιούνταν στην Κύπρο, με στόχο την ενίσχυση της παρουσίας τους στο νησί. Σε ποιο βαθμό θεωρείτε ότι το μέτρο αυτό πέτυχε τον σκοπό του; Και αν όχι, ποια νέα, πιο στοχευμένα κίνητρα θα μπορούσαν να συμβάλουν στην επιτυχία μιας αντίστοιχης πολιτικής στο μέλλον;

Η ερώτησή σας αγγίζει έναν από τους πιο κρίσιμους τομείς της κυπριακής οικονομίας, την προσπάθεια της χώρας να μετεξελιχθεί σε κορυφαίο Χρηματοοικονομικό Κέντρο (Fund Hub). Το μέτρο της φορολόγησης του Carried Interest με τον προνομιακό συντελεστή 8% ήταν πράγματι μια τολμηρή κίνηση. Στόχευε στην προσέλκυση υψηλόβαθμων στελεχών  που λαμβάνουν μερίδιο από τα κέρδη των επενδύσεων που διαχειρίζονται.

Μπορούμε να πούμε ότι το μέτρο πέτυχε, λειτουργώντας περισσότερο ως «εργαλείο μάρκετινγκ». Βοήθησε (α) την αύξηση των υπό διαχείριση κεφαλαίων αφού όπως αναφέραμε τα τελευταία χρόνια, ξεπέρασαν τα €10 δισ. σε διάφορες φάσεις. (β) για το branding της Κύπρου, το μέτρο αυτό έστειλε μήνυμα στις διεθνείς αγορές ότι η χώρα είναι «business friendly» για τους διαχειριστές κεφαλαίων, τοποθετώντας την στον χάρτη δίπλα στο Λουξεμβούργο και την Ιρλανδία και (γ) στην προσέλκυση υπόστασης αφού βοήθησε εταιρείες να φέρουν στελέχη-κλειδιά στο νησί, ικανοποιώντας τις απαιτήσεις των Ρυθμιστικών Αρχών για φυσική παρουσία.

Για να περάσει η Κύπρος στο επόμενο επίπεδο και να ανταγωνιστεί ουσιαστικά το Λουξεμβούργο ή την Ιρλανδία, τα κίνητρα δεν πρέπει να είναι μόνο φορολογικά, αλλά οικοσυστημικά. Κάποια μέτρα που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν είναι τα ακόλουθα:

  • Fast-Track Licensing (Χρόνος αδειοδότησης): Το «Time to Market» είναι το παν για ένα Fund. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πρέπει να ενισχυθεί ώστε να εγκρίνει άδειες σε χρόνους ρεκόρ, χωρίς εκπτώσεις στην ποιότητα ελέγχου.
  • One-Stop-Shop για Relocation: Δημιουργία μιας ειδικής υπηρεσίας που θα αναλαμβάνει ταυτόχρονα την άδεια παραμονής, την εγγραφή στο Τμήμα Φορολογίας και την εγγραφή των παιδιών σε σχολεία για τα στελέχη και τις οικογένειές τους.
  • Επέκταση Φορολογικών Κινήτρων (Πέραν από το Carried Interest). Για παράδειγμα επέκταση της φοροαπαλλαγής του 50% (που ισχύει για εισοδήματα άνω των €55.000) με πιο ευέλικτα κριτήρια για εξειδικευμένους αναλυτές. Ή μείωση φόρου για υπηρεσίες outsourcing π.χ. μειωμένος ΦΠΑ ή υπερ-έκπτωση δαπανών για εταιρείες που παρέχουν Υπηρεσίες Θεματοφύλακα (Depositary) ή Fund Administration

Επομένως, το 8% ήταν μια καλή αρχή, αλλά από μόνο του δεν αρκεί. Το μέλλον βρίσκεται στη δημιουργία ενός «holistic services hub», όπου η ευκολία του επιχειρείν και η ποιότητα ζωής θα έχουν την ίδια βαρύτητα όσο και ο χαμηλός φόρος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ