Της Πωλίνας Άνιφτου*
Το Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ενέκρινε στις 17 Νοεμβρίου 2025 ψήφισμα υπέρ του ειρηνευτικού σχεδίου του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Donald Trump, για τη Λωρίδα της Γάζας. Το ψήφισμα εγκρίθηκε με συντριπτική πλειοψηφία 13 ψήφων υπέρ και δύο αποχές από Κίνα και Ρωσία, γεγονός που συνιστά υψηλό επίπεδο διεθνούς συναίνεσης παρά την όξυνση των γεωπολιτικών ανταγωνισμών μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Το εν λόγω ψήφισμα προβλέπει την εγκαθίδρυση μιας Διεθνούς Δύναμης Σταθεροποίησης (International Stabilisation Force – ISF), την αποχώρηση ισραηλινών στρατιωτικών δυνάμεων από κρίσιμες περιοχές της Γάζας και τη δημιουργία μεταβατικών πολιτικο-διοικητικών μηχανισμών υπό διεθνή εποπτεία.
Από την οπτική των διεθνών σχέσεων, η εξέλιξη αυτή αντανακλά μια προσπάθεια αναδιαμόρφωσης τής περιφερειακής τάξης ασφαλείας στη Μέση Ανατολή. Το σχέδιο επαναφέρει την έννοια της «ηγεμονικής σταθεροποίησης», κατά την οποία μια μεγάλη δύναμη – στην προκειμένη περίπτωση οι Ηνωμένες Πολιτείες – επιχειρεί να διαμορφώσει ένα θεσμικό-διπλωματικό πλαίσιο που θα διασφαλίσει την περιφερειακή ισορροπία ισχύος και θα περιορίσει την πιθανότητα συνέχισης της ένοπλης σύγκρουσης. Η υιοθέτηση του σχεδίου από κράτη-μέλη του αραβικού και μουσουλμανικού κόσμου, τα οποία αναμένεται να συνεισφέρουν στην ISF, καταδεικνύει την αναγκαιότητα πολυμερούς συνεργασίας για την παραγωγή ασφάλειας (security-building) στην περιοχή.
Ωστόσο, το ψήφισμα ενσωματώνει μια σειρά από στρατηγικές ασάφειες, οι οποίες δυνητικά θα καθορίσουν την αποτελεσματικότητα εφαρμογής του, όπως το πότε και αν θα απομακρυνθούν τα ισραηλινά στρατεύματα από τη Γάζα και από ποιες χώρες θα αποτελείται η ειρηνευτική δύναμη αφού ήδη τα ΗΑΕ, η Ιορδανία και η Αίγυπτος απέκλεισαν τη συμμετοχή τους. Παρά το γεγονός ότι το κείμενο αναφέρεται σε «πιθανή πορεία προς παλαιστινιακή αυτοδιάθεση και κρατική υπόσταση», η αναγνώριση αυτή παραμένει υπό όρους και εξαρτάται από την εκτίμηση ότι «θα έχουν δημιουργηθεί οι κατάλληλες συνθήκες». Η έννοια τής υπό όρους κρατικότητας (conditional statehood) υποδηλώνει την προτεραιότητα της ασφάλειας έναντι της πολιτικής κυριαρχίας, στοιχείο που συνάδει με τη λογική της προτεραιοποίησης της στρατηγικής σταθερότητας έναντι της αυτοδιάθεσης του Ισραήλ.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ισραηλινή κυβέρνηση, υπό τον πρωθυπουργό Benjamin Netanyahu, εξέφρασε έντονη αντίθεση σε οποιαδήποτε μορφή αναγνώρισης παλαιστινιακού κράτους, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για την επιτελεστικότητα του ψηφίσματος στην πράξη, ενώ την επομένη της έγκρισης του ψηφίσματος ο Ισραηλινός ΠΘ ευχαρίστησε τον Αμερικανό Πρόεδρο για την κατάθεση του σχεδίου στον ΟΗΕ, πράγμα που αποδεικνύει πως το σχέδιο δεν πρόκειται να εξελιχθεί προς μια κρατική οντότητα στη Γάζα, αλλά η Λωρίδα της Γάζας εν ευθέτω χρόνω κινείται προς ένταξή της στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. Από την άλλη πλευρά, η Hamas απέρριψε το σχέδιο χαρακτηρίζοντάς το ως «μηχανισμό διεθνούς κηδεμονίας» και δήλωσε πως δεν πρόκειται να προχωρήσει σε αποστρατικοποίηση, στοιχείο που καθιστά δυνητικά αδύνατη την υλοποίηση της εξεταζόμενης αρχιτεκτονικής ασφαλείας, εκτός αν πλέον οι ΗΠΑ αποφασίσουν να επέμβουν στρατιωτικά στη Γάζα και να δημιουργήσουν μια αμερικανική βάση στην περιοχή.
Η δημιουργία της ISF εμπεριέχει επίσης τον κίνδυνο έμμεσης διεθνοποίησης της σύγκρουσης, καθώς η είσοδος στρατευμάτων τρίτων χωρών ενδέχεται να μετατρέψει τη σύγκρουση από ενδοπεριφερειακή σε πολυεπίπεδη διεθνή κρίση. Επιπλέον, δεν έχει ακόμη καθοριστεί το ποια κράτη θα συνεισφέρουν στρατεύματα, ούτε ποια μορφή εντολής εμπλοκής (rules of engagement) θα ισχύσει.
Καταληκτικά, παρά το γεγονός ότι το ψήφισμα παρουσιάζεται ως ιστορική διπλωματική επιτυχία, η επιτυχία του εξαρτάται από την πολιτική βούληση των βασικών δρώντων, την εσωτερική νομιμοποίηση στο παλαιστινιακό περιβάλλον και τη δυνατότητα των διεθνών θεσμών να επιβάλουν αποτελέσματα σε ένα βαθιά ασύμμετρο περιβάλλον ισχύος.
Οι Προκλήσεις της Ειρηνευτικής Δύναμης στη Γάζα και η Τουρκία
Η συγκρότηση μιας διεθνούς ειρηνευτικής δύναμης στη Λωρίδα της Γάζας, ως μέσο σταθεροποίησης μετά από παρατεταμένη ένοπλη σύγκρουση, φέρνει στο προσκήνιο σύνθετα διλήμματα διεθνούς νομιμοποίησης και περιφερειακού ανταγωνισμού ισχύος. Η συμμετοχή πολλών αραβικών κρατών στη δύναμη αυτή συναντά σημαντικές ηθικές, πολιτικές και θρησκευτικές αντιστάσεις. Πολλά από τα κράτη αυτά φοβούνται ότι η εμπλοκή τους ενδέχεται να ερμηνευθεί ως νομιμοποίηση μιας ηγεμονικής και εν δυνάμει επεκτατικής στρατηγικής εις βάρος των Παλαιστινίων, ιδίως στον βαθμό που η ειρηνευτική δύναμη συνδέεται με πολιτικά σχέδια που δεν εγγυώνται την πλήρη αναγνώριση της παλαιστινιακής κυριαρχίας.
Η περιοχή φέρει έντονη συμβολική και θρησκευτική βαρύτητα για τον μουσουλμανικό κόσμο, αφού στην Ιερουσαλήμ βρίσκεται το τέμενος Αλ Άκσα και είναι και η πόλη που αναλήφθηκε στους ουρανούς ο Προφήτης Μωάμεθ. Υπό αυτή την έννοια η γη του Ισραήλ ως ιερή γη της Παλαιστίνης για τους μουσουλμάνους είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη Σαουδική Αραβία από την οποία ξεκίνησε ο Μωάμεθ και θεωρείται ως «η γη του Κορανίου» και ως εκ τούτου η ενδεχόμενη απόδοση ευθύνης για «κατοχικό ρόλο» θα μπορούσε να βλάψει την εσωτερική νομιμοποίηση των αραβικών κυβερνήσεων και να υπονομεύσει την πολιτική τους σταθερότητα.
Από την άλλη οι χώρες αυτές φοβούνται πως ο μη αφοπλισμός της Χαμάς ίσως οδηγήσει σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ Αράβων ή ακόμη και σε επιθέσεις της Χαμάς εντός πολλών αραβικών χωρών που θα στηρίξουν ή θα συμμετάσχουν στην ειρηνευτική δύναμη.
Ταυτόχρονα, ορισμένοι περιφερειακοί δρώντες και ιδιαίτερα η Τουρκία, προσεγγίζουν τη συμμετοχή στη Γάζα με διαφορετικό στρατηγικό προσανατολισμό. Η Άγκυρα επιδιώκει να διασφαλίσει παρουσία με στρατεύματα εντός της Γάζας όχι μόνο υπό το πρόσχημα προστασίας των Παλαιστινίων, αλλά και στο πλαίσιο μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής περιφερειακής επιρροής. Η τουρκική στρατηγική μπορεί να γίνει αντιληπτή μέσα από το πρίσμα του οικονομικού επεκτατισμού με την ιστορική προσέγγιση προηγούμενων κτήσεων των Οθωμανών, καθώς μια στρατιωτική παρουσία στη Γάζα ενισχύει τη γεωπολιτική προβολή ισχύος της, επιτρέπει πρόσβαση σε στρατηγικές θαλάσσιες και ενεργειακές ζώνες και προσφέρει συμβολική ηγεσία επί του παλαιστινιακού ζητήματος.
Η επιδίωξη της Τουρκίας να αποκτήσει θεσμοποιημένη παρουσία στη Λωρίδα της Γάζας πρέπει να ιδωθεί μέσα από το πρίσμα ενός ευρύτερου στρατηγικού σχεδιασμού αναδιάταξης ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή. Το τουρκικό όραμα συγκρότησης ενός γεωπολιτικού «κύκλου ασφαλείας» εκτείνεται από τον Εύξεινο Πόντο, διατρέχοντας τον άξονα Τίγρη–Ευφράτη και το βόρειο Ιράκ, συνεχίζει μέσω του Κατάρ προς τη Γάζα και καταλήγει έως τον Νείλο μέσω της Μάρσα Ματρούχ στη Βόρεια Αίγυπτο. Η προγραμματισμένη καταρινή επένδυση ύψους 30 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην περιοχή αυτή δεν αποτελεί απλώς οικονομική πρωτοβουλία, αλλά εργαλείο χάραξης σφαίρας επιρροής, που επηρεάζει άμεσα τη γεωπολιτική αρχιτεκτονική της Ανατολικής Μεσογείου.
Η συγκεκριμένη ζώνη βρίσκεται στο νοτιοδυτικό όριο της κυπριακής ΑΟΖ, σε σημείο κρίσιμης σημασίας για την ενεργειακή διασύνδεση Ισραήλ–Κύπρου–Ελλάδας–ΗΠΑ. Η ενδεχόμενη διαμόρφωση ενός άτυπου θαλάσσιου συνεχούς Τουρκίας–Αιγύπτου, κατά το προηγούμενο της τουρκο-λιβυκής συμφωνίας, θα μπορούσε να διακόψει τη σύνδεση των ελληνικών και κυπριακών θαλάσσιων ζωνών και να εγκλωβίσει γεωοικονομικά το Ισραήλ. Αυτό θα αμφισβητούσε την ασφάλεια των ενεργειακών κοιτασμάτων, θα μείωνε την επιχειρησιακή ελευθερία του Ισραήλ από τη Μεσόγειο έως τον Ατλαντικό και θα υπονόμευε τις Συμφωνίες του Αβραάμ, περιορίζοντας τις ναυτικές και αεροπορικές επιλογές του Ισραήλ στην περιοχή.
Η συγκρότηση ενός άξονα Τουρκίας–Ιράν–Κατάρ, σε σύμπραξη με την Αίγυπτο και επικουρούμενου από τους Χούθι στον έλεγχο των στενών του Άντεν και από την ιρανική επιρροή στα στενά του Χορμούζ, διαμορφώνει ένα εναλλακτικό σύστημα περιφερειακής ασφάλειας που λειτουργεί ως αντι-ηγεμονικό αντίβαρο στην αμερικανική αρχιτεκτονική ασφάλειας και τις Συμφωνίες του Αβραάμ. Σε αυτό το περιβάλλον, η ομαλοποίηση των σχέσεων Λιβάνου και Συρίας με το Ισραήλ αποκτά στρατηγική σημασία για την Ουάσινγκτον, αφού θα ανέκοπτε την τουρκική γεωπολιτική διείσδυση προς την Κύπρο και τη Γάζα και θα επανέφερε αντισταθμιστική ισχύ στον άξονα ΗΠΑ–Ισραήλ–Ελλάδα–Κύπρος.
Ως εκ τούτου, η διεθνής ειρηνευτική δύναμη καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε αλληλοσυγκρουόμενα κίνητρα: από τη μια πλευρά, την ανάγκη ουδέτερης και θεσμικής σταθεροποίησης και από την άλλη, τον κίνδυνο εργαλειοποίησής της ως μέσου περιφερειακής επιρροής και νομιμοποίησης εθνικών στρατηγικών. Δημιουργείται έτσι το θεμελιώδες δίλημμα μεταξύ πραγματικής ειρηνευτικής επιχείρησης και μεταμφιεσμένης γεωπολιτικής ανακατανομής ισχύος.
Η τουρκική στάση και η αμερικανική εξωτερική πολιτική
Από μια ρεαλιστική–γεωπολιτική οπτική, η αμερικανική εξωτερική πολιτική στην Ευρασία τείνει ολοένα και περισσότερο να «αγκαλιάζει» το Ισραήλ ως προωθημένο στρατηγικό εταίρο και εργαλείο διείσδυσης προς την Κεντρική Ασία. Ήδη από την πτώση της ΕΣΣΔ και μετέπειτα παρόλο του ισχνού αριθμού Εβραίων στην περιοχή μετά τον ΒΠΠ, οι καταγόμενοι Εβραίοι από χώρες όπως το Καζακστάν, το Ουζμπεκιστάν επέστρεψαν επενδυτικά επιχορηγώντας και αναστηλώνοντας συναγωγές, την εβραϊκή κουλτούρα και προωθώντας την εκδυτικοποίηση του Καζακστάν και του Ουζμπεκιστάν ανακόπτοντας Ιράν, Τουρκία και Σαουδική Αραβία που έκαστες για τα δικά τους συμφέροντα προσπάθησαν οικονομικά και θρησκευτικά να προσεταιριστούν τις μουσουλμανικές χώρες της Ευρασίας που ανήκαν στην ΕΣΣΔ. Η ένταξη του Καζακστάν στο πλαίσιο των Συμφωνιών του Αβραάμ, με ρητή αμερικανική διαμεσολάβηση, καταδεικνύει ότι η Ουάσινγκτον επιχειρεί να επεκτείνει τη γεωπολιτική γεωμετρία των συμφωνιών πέραν του αραβικού κόσμου, προς τα μετασοβιετικά κράτη της Κεντρικής Ασίας, χρησιμοποιώντας το Ισραήλ ως γέφυρα και πολλαπλασιαστή ισχύος, καθώς και τους Εβραίους της πρώην ΕΣΣΔ.
Σε αυτό το πλαίσιο, μια αυτονόμηση της Τουρκίας και η διαμόρφωσή της ως ηγεμονικού δρώντος που «ορίζει την τύχη» της Μέσης Ανατολής και της Ευρασίας συνιστά στρατηγική πρόκληση για τις ΗΠΑ. Η Άγκυρα ακολουθεί πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, με ταυτόχρονη εμβάθυνση οικονομικών σχέσεων με την Κίνα, τη διατήρηση λειτουργικών δεσμών με το Ιράν και στενή –έστω συγκρουσιακή– διασύνδεση με τη Ρωσία στον τομέα της άμυνας και της ενέργειας (π.χ. S-400, πυρηνική συνεργασία). Αυτό διαμορφώνει ένα ημι-ανεξάρτητο κέντρο ισχύος το οποίο δεν είναι πλήρως ευθυγραμμισμένο με τη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Στο οικονομικό επίπεδο, η Τουρκία έχει μετατραπεί σε κρίσιμο κόμβο του κινεζικού Belt and Road Initiative. Το διμερές εμπόριο Κίνας–Τουρκίας ανήλθε το 2024 σε περίπου 42,9–48,3 δισ. δολάρια, με την Κίνα να αποτελεί έναν από τους κορυφαίους προμηθευτές εισαγωγών της Τουρκίας. Παράλληλα, περισσότερες από 1.300 κινεζικές εταιρείες δραστηριοποιούνται στην Τουρκία, με άμεσες επενδύσεις που προσεγγίζουν τα 6 δισ. δολάρια στα μέσα του 2024, ενώ κινεζικά κεφάλαια τοποθετούνται σε στρατηγικούς τομείς όπως ενέργεια, μεταφορές και υποδομές. Αυτό σημαίνει ότι η Άγκυρα λειτουργεί de facto ως εναλλακτικός δίαυλος της κινεζικής επιρροής στον νατοϊκό χώρο, περιορίζοντας το περιθώριο των ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν οικονομική πίεση ως εργαλείο εξισορρόπησης.
Ανάλογη δυναμική παρατηρείται στις σχέσεις Άγκυρας–Τεχεράνης. Το διμερές εμπόριο Ιράν–Τουρκίας έχει υπερβεί τα 14 δισ. δολάρια σε ετήσια βάση, με τις δύο χώρες να θέτουν ως ρητό στόχο τα 30 δισ. δολάρια εμπορικών συναλλαγών. Αυτό περιπλέκει τις αμερικανικές προσπάθειες «στρατηγικής απομόνωσης» του Ιράν, καθώς η Τουρκία –μέλος του ΝΑΤΟ– λειτουργεί ως οικονομικός και ενεργειακός πνεύμονας για την ιρανική οικονομία, αποδυναμώνοντας την αποτελεσματικότητα των αμερικανικών κυρώσεων, αλλά και αμφισβητώντας ευθέως την πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στο Ιράν και την Κίνα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, από τη σκοπιά της στρατηγικής τους και της πολιτικής ασφαλείας, εκφράζουν έντονη ανησυχία για πληροφορίες που φέρονται να αποδεικνύουν ότι η τουρκική υπηρεσία πληροφοριών Milli Istihbarat Teskilati (ΜΙΤ) προβαίνει σε διαμοιρασμό πληροφοριών και διευκόλυνση παράκεντρων προς συμμάχους της Τεχεράνης (όπως η Hezbollah), προς την Hamas και προς το Ansar Allah, ως μέρος ενός ευρύτερου δικτύου που αποσκοπεί στην αποσταθεροποίηση της ασφάλειας του Ισραήλ. Για παράδειγμα, ο υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ κατήγγειλε ότι η Τουρκία συνεργάζεται με το Ιράν για τη μεταφορά κεφαλαίων προς τη Hezbollah μέσω τουρκικού εδάφους.
Παράλληλα, ισραηλινές πηγές υποστηρίζουν ότι η Τουρκία επιτρέπει ή διευκολύνει τη μετακίνηση στελεχών της Hamas, καθώς και τη διατήρηση γραφείων της Οργάνωσης στην Τουρκία, μέσω των οποίων οργανώνονται επιχειρήσεις κατά του Ισραήλ. Η ανησυχία είναι πολλαπλή: εφόσον η Τουρκία λειτουργεί ως ενδιάμεσος κόμβος πληροφοριών προς Οργανώσεις που αντιμάχονται το Ισραήλ ή υπονομεύουν την αμερικανική γραμμή, τότε η ισραηλινή ικανότητα αποτροπής αποδυναμώνεται, η αμερικανική αξιοπιστία στον χώρο ασφαλείας μειώνεται και η συνοχή μιας φιλοδυτικής συμμαχίας που βασίζεται στο Ισραήλ τίθεται υπό αμφισβήτηση. Επίσης, θεαματική ήταν η αύξηση των τουρκικών εξαγωγών προς τα παλαιστινιακά εδάφη κατά 526% στους πρώτους εννέα μήνες του 2024 – με συνολική αξία 571,2 εκατ. δολαρίων, έναντι μόλις 49,4 εκατ. δολαρίων στο αντίστοιχο διάστημα των πρώτων τεσσάρων μηνών – αποτελεί μια εξέλιξη με σημαντική γεωπολιτική και οικονομική σημασία. Η άνοδος αυτή σημειώθηκε σε μεγάλο βαθμό μετά την επιβολή τουρκικού εμπάργκο στο εμπόριο με το Ισραήλ, ως αντίδραση της Άγκυρας στον πόλεμο στη Γάζα, με αποτέλεσμα η Τουρκία να ανακτήσει ρόλο ευνοούμενου στη Γάζα και ανά την περιοχή.
Από την αμερικανική πλευρά, η διπλωματική γραμμή επισημαίνει ότι η σταθερότητα του Ισραήλ και η διασφάλιση της ικανότητάς του να λειτουργεί ως «πυλώνας» της αμερικανικής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να τίθεται σε κίνδυνο από ένα σύμμαχο – μέλος του ΝΑΤΟ όπως η Τουρκία – που εμπλέκεται έμμεσα ή άμεσα σε πληροφοριακά δίκτυα που εξυπηρετούν τον ιρανικό άξονα. Η διαμόρφωση αυτής της στάσης βασίζεται στην αρχή ότι η πληροφοριακή υπεροχή και η προστασία των κρίσιμων εποπτικών δομών του Ισραήλ συμβάλλουν στη διατήρηση της αμερικανικής επιρροής στην περιοχή.
Ως εκ των ως άνω, οι ΗΠΑ έχουν κίνητρο να ενισχύσουν τον ρόλο του Ισραήλ (και δευτερευόντως της Ελλάδας και της Κύπρου) ως αξιόπιστων πυλώνων της δικής τους στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο και προς την Κεντρική Ασία, αντί να «αναθέσουν» τη διαχείριση της περιφερειακής ασφάλειας σε μια Τουρκία που συνδέεται οικονομικά με την Κίνα, λειτουργεί ως «βαλβίδα» για το Ιράν και διατηρεί κρίσιμες σχέσεις αμυντικής συνεργασίας με τη Ρωσία. Η προσπάθεια της Άγκυρας να δημιουργήσει θαλάσσια και γεωοικονομικά τόξα με την Αίγυπτο και τη Λιβύη –και να επεκταθεί πολιτικοστρατιωτικά μέχρι τη Γάζα– συγκρούεται έτσι με τη βούληση των ΗΠΑ να δομήσουν ένα φιλοδυτικό γεωπολιτικό συνεχές από την Ανατολική Μεσόγειο έως την Κασπία μέσω Ισραήλ, Καζακστάν και των Συμφωνιών του Αβραάμ.
Η Στρατηγική Στόχευση του Ισραήλ έναντι της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο
Το ιστορικό Δόγμα της Περιφέρειας της δεκαετίας του 1960, το οποίο διαμόρφωσε η ισραηλινή στρατηγική σκέψη υπό τον David Ben-Gurion και τις ΗΠΑ, στηρίχθηκε στην αρχή ότι το Ισραήλ, για να εξισορροπήσει τον αραβικό περικυκλωτισμό, όφειλε να συγκροτήσει έναν άξονα συνεργασίας με μη-αραβικά κράτη στα όρια της Μέσης Ανατολής: Ιράν – Τουρκία – Ισραήλ. Το δόγμα αυτό επέτρεψε την εγκαθίδρυση ενός πλαισίου στρατιωτικής και πληροφοριακής συνεργασίας που διατηρήθηκε μέχρι την Ιρανική Επανάσταση του 1979, όταν η στρατηγική ισορροπία κατέρρευσε και η περιφερειακή γεωμετρία ανατράπηκε.
Σήμερα, σε ένα περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού ισχύος και αλλαγής συμμαχικών δομών, το Ισραήλ επιδιώκει την ανασύνθεση ενός νέου Δόγματος Περιφέρειας, όχι πλέον με βάση τη συνεργασία μεταξύ των τριών χωρών, αλλά με στόχο την αναδιάταξη των περιφερειακών αντιπαλοτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, η ισραηλινή στρατηγική θεωρεί ότι η αποδυνάμωση ή κατάρρευση του Ιράν – είτε μέσα από εσωτερική αστάθεια είτε μέσω εξωτερικής στρατιωτικής πίεσης – θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για την ανακατεύθυνση της ισραηλινής στρατιωτικής ισχύος προς την Τουρκία, η οποία αναδεικνύεται τα τελευταία χρόνια σε πρωτεύοντα γεωπολιτικό ανταγωνιστή.
Η Τουρκία, μέσω της διεκδίκησης ευρύτερου θαλάσσιου ελέγχου και πρόσβασης στα ενεργειακά κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου και των νοτίων παραλίων της, σε συνδυασμό με τις προσπάθειες να διευρύνει τον έλεγχο στον θαλάσσιο διάδρομο των Δαρδανελλίων, προκαλεί μια στρατηγική απειλή για το Ισραήλ και τους συμμάχους του. Η δυνατότητα της Άγκυρας να λειτουργεί ως πυλώνας γεωοικονομικής και ενεργειακής διπλωματίας – σε συνδυασμό με την τοποθέτησή της απέναντι στο παλαιστινιακό ζήτημα και την αντιπαράθεσή της με το Ισραήλ – έχει μεταβάλει την ισορροπία ισχύος, μετατρέποντας την Τουρκία σε κυρίαρχο ανταγωνιστικό δρώντα.
Υπό αυτό το πρίσμα, ένα αναδυόμενο στρατηγικό σενάριο είναι η προοπτική μιας τριμερούς στρατιωτικής συνάρθρωσης Ισραήλ – Ελλάδας (Κύπρου) – ενός μετα-επαναστατικού ή μετα-αναθεωρητικού Ιράν. Μια τέτοια συνεργασία ειδικά με το πολυάριθμο στρατιωτικό Ιράν θα μπορούσε να λειτουργήσει:
- Ως ανασχετικός μηχανισμός του θαλάσσιου επεκτατισμού της Τουρκίας, εμποδίζοντας την πρόσβαση σε ενεργειακές πηγές και την υλοποίηση του δόγματος «Γαλάζια Πατρίδα».
- Ως στρατηγική αποτροπή έναντι του τουρκικού ελέγχου των Δαρδανελλίων – ο οποίος θα μπορούσε να μεταβάλει ριζικά την ισορροπία ισχύος στη Μαύρη Θάλασσα, το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
- Ως εργαλείο ενεργειακού αναπροσανατολισμού, ενισχύοντας τον άξονα Ισραήλ–Κύπρου–Ελλάδας–ΗΠΑ και αποκόπτοντας την Τουρκία από κρίσιμα θαλάσσια δίκτυα παραγωγής και μεταφοράς φυσικού αερίου που θα οδηγήσει στην απελευθέρωση της Κύπρου.
Στο θεωρητικό πλαίσιο του επιθετικού ρεαλισμού, η επιδίωξη του Ισραήλ δεν είναι απλώς η διατήρηση ισορροπίας ισχύος, αλλά η ανατροπή της δυνατότητας της Τουρκίας να καταστεί ηγεμονική δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως συνεργάτης του Δόγματος του 1960, αλλά ως αναθεωρητικός δρων, ο οποίος επιδιώκει συμμαχίες με Ιράν, Κατάρ, Ρωσία και Κίνα, ανατρέποντας την αμερικανική αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Απέναντι σε αυτή τη δυναμική, η Ουάσινγκτον επανεξετάζει τον ρόλο του Ισραήλ ως βασικού πυλώνα της αμερικανικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας και ως γέφυρας στρατηγικής επιρροής προς την Κεντρική Ασία, όπως κατέδειξε η ένταξη του Καζακστάν στο πλαίσιο των Συμφωνιών του Αβραάμ. Παράλληλα, το Ισραήλ επιδιώκει την αναδιατύπωση του ιστορικού Δόγματος της Περιφέρειας, όχι πλέον με την Τουρκία ως σύμμαχο, αλλά ως πρωτεύοντα ανταγωνιστή, του οποίου η περιφερειακή ηγεμονική άνοδος πρέπει να ανακοπεί.
Η αναβίωση ενός νέου Δόγματος της Περιφέρειας δεν αποτελεί αναπαραγωγή του μοντέλου συνεργασίας Ιράν–Τουρκίας–Ισραήλ της δεκαετίας του 1960, αλλά επιχειρεί την ανασύνταξη των περιφερειακών συμμαχιών σε αντιπαράθεση με την Τουρκία, η οποία δεν νοείται πλέον ως σύμμαχος αλλά ως αναθεωρητικός και ανταγωνιστικός δρων. Ο αγώνας για έλεγχο ενεργειακών πόρων, για θαλάσσιες διόδους και για στρατηγική επιρροή διαμορφώνει ένα νέο χώρο αντιπαράθεσης όπου το Ισραήλ και οι ΗΠΑ επιδιώκουν να εμποδίσουν τη διαμόρφωση τουρκικής ηγεμονίας.
Επομένως, το επόμενο διάστημα αναμένεται να καθοριστεί από μια κλιμακούμενη στρατηγική σύγκρουση ισχύος, στην οποία:
- η Τουρκία παλεύει να δημιουργήσει έναν άξονα Ευρασίας–Νείλου,
- το Ισραήλ και οι ΗΠΑ επιχειρούν να συγκροτήσουν ένα θαλάσσιο άξονα Ανατολικής Μεσογείου–Κεντρικής Ασίας ίσως και σε ένα σχήμα μακριά από τις Συμφωνίες του Αβραάμ που θα αποτελεί σχήμα εντός της αμερικανικής και ισραηλινής πολιτικής
- και η ενεργειακή γεωοικονομία λειτουργεί ως το βασικό πεδίο αναμέτρησης.
Το διακύβευμα δεν είναι απλώς περιφερειακό, είναι ένα νέο γεωπολιτικό σύστημα ισχύος που θα καθορίσει την παγκόσμια στρατηγική ισορροπία των επόμενων δεκαετιών.
Η πιθανή κατάρρευση του Ιράν και η αναβίωση ενός ενδεχόμενου αραβο–ισραηλινού Πολέμου
Η ενδεχόμενη αποδυνάμωση ή κατάρρευση του Ιράν συνιστά μία από τις πλέον κρίσιμες μεταβλητές στην περιφερειακή εξίσωση ασφάλειας της Μέσης Ανατολής. Ως βασικός στρατηγικός πυλώνας τού αντι-ηγεμονικού άξονα που συσπειρώνεται απέναντι στο Ισραήλ και στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ιράν λειτουργεί ως θεμελιώδες αντισταθμιστικό μέσο ισχύος για αραβικά κράτη τα οποία ιστορικά διατηρούν επιφυλακτική ή αντιθετική στάση έναντι του Ισραήλ. Επομένως, η κατάρρευση του ιρανικού συστήματος ασφάλειας θα παρήγαγε ένα κενό ισχύος με σημαντικές επιπτώσεις τόσο για τις περιφερειακές συμμαχίες όσο και για την ευρύτερη διεθνή τάξη.
Μετά το πλήγμα του Ισραήλ στη Ντόχα (Σεπτέμβριος 2025), αρκετά αραβικά κράτη έχουν υιοθετήσει στάση στρατηγικής απόστασης, επιδεικνύοντας έλλειψη εμπιστοσύνης προς το ισραηλινό δόγμα αποτροπής. Σε περίπτωση απουσίας του Ιράν ως περιφερειακού ισοζυγιστή, τα κράτη αυτά ενδέχεται να εκλάβουν την ισραηλινή στρατιωτική υπεροχή ως άμεση απειλή για την πολιτική τους επιβίωση, γεγονός που αυξάνει την πιθανότητα αναζήτησης νέου προστάτη–ηγέτη. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Τουρκία εμφανίζεται ως ο πλέον πιθανός δρων ικανός να υποδυθεί ρόλο περιφερειακού στρατηγικού «εγγυητή», λόγω της στρατιωτικής της ισχύος, του αναθεωρητικού της προσανατολισμού και της ικανότητάς της να αξιοποιεί το θρησκευτικό και πολιτισμικό πλαίσιο.
Εφόσον η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος και άλλα κράτη του Κόλπου επιλέξουν να ευθυγραμμιστούν με την Τουρκία σε μία αντι-ισραηλινή αρχιτεκτονική ασφάλειας, τότε η προοπτική αναβίωσης ενός γενικευμένου αραβο–ισραηλινού πολέμου καθίσταται ρεαλιστικά πιθανή. Μια τέτοια σύγκρουση θα μπορούσε να αποτελέσει ελκυστικό πλαίσιο εμπλοκής για μεγάλες εξω-περιφερειακές δυνάμεις. Η Ρωσία διαθέτει ιστορική συνέχεια παρουσίας στην περιοχή, καθώς κατά τους τρεις αραβο–ισραηλινούς πολέμους (1948, 1967, 1973) παρείχε εκτεταμένη στρατιωτική υποστήριξη στους Άραβες ηγέτες της Δαμασκού και του Καΐρου. Αντίστοιχα, η Κίνα, αξιοποιώντας τα εργαλεία οικονομικής διπλωματίας και την πρωτοβουλία Belt and Road, έχει ισχυρό κίνητρο να επεκτείνει την παρουσία της σε ένα νέο περιβάλλον ασφάλειας στην περιοχή και να διεκδικήσει νέες συμφωνίες σε θαλάσσια περάσματα όπως το Σουέζ και την επιθυμητή έξοδο στη Μεσόγειο, διεκδικώντας μια θέση στην ανοικοδόμηση και ασφάλεια της Γάζας μέσω της Τουρκίας.
Υπό το πρίσμα του «διλήμματος ασφάλειας», η πτώση του Ιράν θα λειτουργούσε όχι ως μέσο σταθεροποίησης εκτός αν οι ΗΠΑ εγκαλέσουν τη Σαουδική Αραβία, αλλά ως καταλύτης αποσταθεροποίησης ικανός να μετασχηματίσει την περιοχή σε πολυεπίπεδο πεδίο ανταγωνισμού με τη συμμετοχή περιφερειακών και παγκόσμιων δυνάμεων. Το ενδεχόμενο αυτό αναδεικνύει τη δομική ευθραυστότητα του περιφερειακού συστήματος και αποκαλύπτει την πιθανότητα επανεμφάνισης συγκρούσεων συστημικής κλίμακας στον 21ο αιώνα.
*Συμβούλου Επενδύσεων και Εξωτερικής Πολιτικής
Διαβάστε επίσης: Η κυπριακή Ανώτατη Εκπαίδευση σε καμπή




