Του Αδάμου Αδάμου
Ευρύτερες αλλαγές στο διάταγμα για τον Εθνικό Κατώτατο Μισθό διεκδικεί το συνδικαλιστικό κίνημα, όπως προκύπτει από το υπόμνημα που έστειλαν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ΣΕΚ, ΠΕΟ και ΔΕΟΚ, οι οποίες δεν περιορίζονται στην αύξηση του ύψους του.
Αποκαλύπτεται μάλιστα, μέσα από ανακοινώσεις και αναρτήσεις των συντεχνιών γύρω από το θέμα πως μέσω του διατάγματος και της σχετικής νομοθεσίας βάσει της οποίας αυτό εκδίδεται, πως ένας από τους στόχους τους είναι μέσω της ωριαίας απόδοσης του Εθνικού Κατώτατου Μισθού να κατοχυρώσουν τρόπον τινά και το ωράριο εργασίας στον ιδιωτικό τομέα.
Υπενθυμίζεται ότι εκτός από το ύψος του εθνικού κατώτατου μισθού που καθόρισε η κυβέρνηση, προκαλώντας αντιδράσεις τόσο μεταξύ των συντεχνιών που το έκριναν χαμηλό, όσο και στις τάξεις των εργοδοτικών οργανώσεων που θεώρησαν υπερβολική την αύξηση, το συνδικαλιστικό κίνημα αντέδρασε έντονα και για τη μη ωριαία απόδοσή του, όπως ζητούσαν.
Γι΄ αυτό και το θέμα του κατώτατου μισθού είναι ένα από τα τέσσερα που καταγράφονται στο υπόμνημα που απέστειλαν στον ΠτΔ με το οποίο ζητούν συνάντηση μαζί του, στην παρουσία και του Υπουργού Εργασίας.
Οι συντεχνίες μάλιστα κάνουν ιδιαίτερη αναφορά όχι μόνο στην ανάγκη αύξησης του ύψους του Εθνικού Κατώτατου Μισθού, παραθέτοντας σχετική επιχειρηματολογία, αλλά και στη διασύνδεση του με την ωριαία απόδοση.
38ωρο, όπως συμφωνήθηκε το 1992
Συγκεκριμένα ΠΕΟ, ΣΕΚ και ΔΕΟΚ ζητούν με το υπόμνημά τους όπως ο εθνικός κατώτατος μισθός διασυνδεθεί με την ωριαία απόδοση, «όπως επιτακτικά και ξεκάθαρα είχε τεθεί από το συνδικαλιστικό κίνημα, έτσι ώστε να αίρονται οι όποιες στρεβλώσεις προκύπτουν από τα διαφορετικά ωράρια εργασίας που ισχύουν σε διαφορετικούς επαγγελματικούς κλάδους». Σε διαφορετική περίπτωση, υποστηρίζουν οι συντεχνίες βάσει και σχετικής ανακοίνωσης της ΠΕΟ, «ανατρέπεται η λογική και η φιλοσοφία του ενιαίου κατώτατου μισθού, ενώ παράλληλα μέσω της ωριαίας απόδοσης, μειώνεται και ο αθέμιτος ανταγωνισμός ανάμεσα στις επιχειρήσεις».
«Υπενθυμίζεται επίσης πως, με βάση τη Συμφωνία Ανώτατου Επιπέδου για το 38ωρο, του 1992, οι εργοδοτικές και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν συμφωνήσει τη σταδιακή μείωση των ωρών εργασίας από 38 σε 40 εβδομαδιαίως. Η ολοκλήρωση της εφαρμογής της διακόπηκε λόγω της οικονομικής κρίσης, σε ότι αφορά συγκεκριμένους επαγγελματικούς τομείς, όπως είναι οι φρουροί ασφαλείας και οι καθαρίστριες», προστίθεται.
Επιπρόσθετα, με το υπόμνημά τους οι συντεχνίες ζητούν ενσωμάτωση στο διάταγμα για τον κατώτατο μισθό, των μισθών πρόσληψης όπως προκύπτουν μέσα από τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις, «όπως έχει συμφωνηθεί στη μεταξύ μας συνάντηση στις 13 Νοεμβρίου 2025».
Αρχίζει ο διάλογος, αλλά…
Το θέμα της ωριαίας απόδοσης του εθνικού κατώτατου μισθού έθεσαν ήδη οι συντεχνίες και στη συνεδρίαση του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος που έγινε στις 9 του μήνα, την πρώτη που προήδρευσε ο νέος Υπουργός Εργασίας, Μαρίνος Μουσιούττας με τους κοινωνικούς εταίρους.
Ο κ. Μουσιούττας μάλιστα ανέφερε σε δηλώσεις του μετά το πέρας της συνεδρίασης πως η Επιτροπή Αναπροσαρμογής Κατώτατου Μισθού, σύμφωνα και με τη σχετική Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου στις 23 Δεκεμβρίου 2025, θα συνεχίσει το έργο της εντός του 2026 για συζήτηση θεμάτων που αφορούν, μεταξύ άλλων, στον καθορισμό διαδικασίας μελέτης αντικτύπου του ύψους του κατώτατου μισθού στην ανάπτυξη της οικονομίας και στην ανάγκη καθορισμού διασύνδεσης με ωριαία απόδοση. Σημειώνεται ότι υπέρ της ωριαίας απόδοσης του κατώτατου είχε ταχθεί προεκλογικά και ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης.
Εντούτοις, το ενδεχόμενο διαφοροποίησης του διατάγματος πριν την επόμενη προγραμματισμένη αναθεώρηση του ύψους του εθνικού κατώτατου μισθού, σε δύο χρόνια, θεωρείται δύσκολη. Ως γνωστόν ο μηχανισμός αναπροσαρμογής του εθνικού κατώτατου προβλέπει αναθεώρηση τού ύψους τους κάθε δύο χρόνια. Δηλαδή η επόμενη αναθεώρηση του ύψους του κατώτατου μισθού αναμένεται να ισχύσει την 1η Ιανουαρίου 2028. Με την τελευταία αναθεώρηση που προκάλεσε αντιδράσεις το ύψος του κατώτατου μισθού πρόσληψης καθορίστηκε στα 979 ευρώ από 900 ευρώ, ενώ ο κατώτατος μισθός μετά από εξάμηνη συνεχή απασχόληση στον ίδιο εργοδότη στα 1088 από 1000 ευρώ που ήταν μέχρι το τέλος του 2025.
Στο πλαίσιο αυτό δεν αποκλείεται το θέμα του ωραρίου εργασίας γενικότερα να συζητηθεί ή να ρυθμιστεί βάσει άλλης νομοθεσίας και πλαισίου και όχι μέσω του διατάγματος για τον κατώτατο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι σήμερα δεν υπάρχει ενιαίο ωράριο στον ιδιωτικό τομέα, αλλά αυτό εξαρτάται και καθορίζεται μέσω συλλογικών συμβάσεων και συμφωνιών. Εντούτοις, υπάρχει νομοθεσία, «ο Περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας Νόμος του 2002» που θέτει περιορισμούς για προστασία των εργαζομένων στον οποίο καταγράφεται πως «ο χρόνος εργασίας, ανά εβδομάδα, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 48 ώρες κατά μέσον όρο, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών».

