Περισσότερες από 1.000 επιχειρήσεις έχουν ασκήσει μήνυση εναντίον της δασμολογικής πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ τους τελευταίους δύο μήνες, από όταν η υπόθεση έφτασε το Ανώτατο Δικαστήριο, σε μια άνευ προηγουμένου διαμάχη και πολλά ερωτήματα για το τι θα σήμαινε εάν εκδοθεί μια αρνητική για την κυβέρνηση απόφαση -πιθανόν την Παρασκευή, όταν και αναμένονται οι πρώτες για το 2026 αποφάσεις του δικαστηρίου.
Σε περίπτωση που οι δικαστές αποφανθούν ότι ο Ντόναλντ Τραμπ παράνομα και καταχρηστικά επικαλέστηκε τον νόμο του 1977 περί έκτακτης εθνικής ανάγκης για να ξεδιπλώσει τη δασμολογική πολιτική του κατά δικαίων και αδίκων, θα ξεκινήσει ένας νέος γύρος διαμάχης για το ποιες επιχειρήσεις θα πρέπει να πάρουν πίσω χρήματα που έχασαν εξαιτίας της πολιτικής αυτής και πώς θα εφαρμοστεί η διαδικασία, με τον ίδιο τον Τραμπ να γράφει σε ανάρτησή του ήδη από τον Νοέμβριο ότι μια αναγκαστική επιστροφή χρημάτων «θα ήταν μια καταστροφή για την Εθνική Ασφάλεια».
Ακόμα κι αν το Ανώτατο Δικαστήριο κηρύξει τους δασμούς παράνομους, οι δικαστές είναι πιθανό το ζήτημα των επιστροφών χρημάτων να αφεθεί σε κατώτερα δικαστήρια να το διαχειριστούν, σύμφωνα με το Bloomberg. Εάν το Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου των ΗΠΑ τελικά διαχειριστεί αυτή τη διαδικασία, κάθε εισαγωγέας που θέλει τα χρήματά του πίσω πρέπει να ασκήσει μήνυση. Σύμφωνα με τα τελευταία κυβερνητικά στοιχεία, οι εσπράξεις από δασμούς που επιβλήθηκαν με την επίκληση του νόμου περί έκτακτης ανάγκης, ανέρχονταν σε περίπου 133 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι τις 14 Δεκεμβρίου.
Μέχρι τις 6 Ιανουαρίου, είχαν κατατεθεί τουλάχιστον 914 υποθέσεις — σχεδόν όλες από τον Νοέμβριο. Ο συνολικός αριθμός των εμπλεκόμενων εταιρειών, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Bloomberg, στην πραγματικότητα είναι μεγαλύτερος, εάν συνυπολογιστούν ορισμένες καταγγελίες που αφορούν κοινοπραξίες που πλήρωσε μεμονωμένα η κάθε εταιρεία φόρους για αγαθά που εισέρχονται στη χώρα.
Μεγάλα ονόματα και διστακτικοί
Εταιρείες εισηγμένες στο χρηματιστήριο, συμπεριλαμβανομένων των Costco Wholesale, EssilorLuxottica και Goodyear, είναι μεταξύ εκείνων που υποβάλλουν αγωγές ζητώντας να τους επιστραφούν χρήματα. Μόνο τις πρώτες ημέρες του 2026, δεκάδες οντότητες, συμπεριλαμβανομένων των Dole, Cosmetics και J. Crew Group, έχουν υποβάλει αγωγές.
Μεταξύ των εναγόντων συμπεριλαμβάνονται θυγατρικές μεγάλων εγχώριων και ξένων εταιρειών, όπως η αμερικανική εταιρεία παραγωγής αλουμινίου Alcoa, οι ιαπωνικές εταιρείες πώλησης ανταλλακτικών αυτοκινήτων Yokohama Rubber και Kawasaki Heavy Industries και η κινεζική εταιρεία ηλιακής ενέργειας LONGi Green Energy Technology.
Επίσης, μάρκες οικιακής χρήσης όπως οι κολοσσοί αθλητικών Reebok και Puma, ο προμηθευτής ενδυμάτων Tommy John, η κατασκευάστρια φωτογραφικών μηχανών GoPro, οι παραγωγοί προσωπικής φροντίδας Schick και Playtex, οι εταιρείες ομορφιάς Revlon και Conair, και οι εταιρείες τροφίμων Bumble Bee και Del Monte.
Κατά τη διάρκεια της ακρόασης του Νοεμβρίου, βασικά μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξέφρασαν σκεπτικισμό σχετικά με το αν ο Τραμπ είχε την εξουσία να βασιστεί στον Νόμο περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης του 1977 για να επιβάλει τους παγκόσμιους δασμούς. Ωστόσο, παραμένει πιθανό η συντηρητική πλειοψηφία, η οποία έχει επανειλημμένα παράσχει στήριξη στην κυβέρνηση, να μπορέσει να υποστηρίξει και πάλι τις δασμολογικές πολιτικές του Τραμπ.
Ορισμένες επιχειρήσεις εξακολουθούν να διστάζουν να αντιταχθούν στην κυβέρνηση Τραμπ, δήλωσε ο δικηγόρος εμπορικού δικαίου Ερικ Σμιθβάις, αλλά καθώς πλησίαζε το τέλος του έτους, αυξήθηκαν οι πιέσεις για να λάβουν κάθε δυνατό μέτρο ώστε να διασφαλίσουν ότι θα πάρουν επιστροφές χρημάτων εάν το δικαστήριο κρίνει τις εισφορές παράνομες. Αυτό περιλαμβάνει την υποβολή αγωγών, σε περίπτωση που οποιαδήποτε μελλοντική διαδικασία επιστροφής χρημάτων περάσει από το δικαστικό σύστημα.
Οι τελωνειακές αρχές των ΗΠΑ είχαν εισπράξει δασμούς που συνδέονταν με τη χρήση του νόμου περί έκτακτης ανάγκης από τον Τραμπ από περισσότερους από 301.000 εισαγωγείς σε 34 εκατομμύρια αποστολές αγαθών που εισέρχονταν στη χώρα μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου, σύμφωνα με έγγραφο που κατατέθηκε σε κυβερνητικό δικαστήριο.
Οι πληρωμές αποτελούν σημαντικό μέρος των άνω των 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων που η κυβέρνηση των ΗΠΑ υποστηρίζει πως έχει εισπράξει ως αποτέλεσμα του ευρύτερου πακέτου δασμολογικών μέτρων του Τραμπ πέρυσι.
Η ανάλυση του Bloomberg
Το Bloomberg ανέλυσε 327 από τις εταιρείες που έχουν προσφύγει δικαστικά διεκδικώντας επιστροφές χρημάτων μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου και τις κατηγοριοποίησε με βάση δεδομένα που συγκέντρωσε.
Τα αποτελέσματα δείχνουν το ευρύ φάσμα των βιομηχανιών που επηρεάζονται από τις δασμολογικές πολιτικές του Τραμπ – και τις εταιρείες που προχωρούν δημόσια για να τις αντιταχθούν, καθώς στοιχηματίζουν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την ανάκτηση των δασμών που πλήρωσαν.
Οι παραγωγοί και διανομείς ένδυσης και κλωστοϋφαντουργίας και η αυτοκινητοβιομηχανία κυριάρχησαν στις υποθέσεις, μαζί με επιχειρήσεις που κατασκευάζουν βιομηχανικό και ηλεκτρικό εξοπλισμό.
Αγωγές κατατέθηκαν από λιανοπωλητές και χονδρεμπόρους που πωλούν τα πάντα, από εξοπλισμό αλιείας στον πάγο και μακιγιάζ μέχρι διακόσμηση σπιτιού και ανταλλακτικά υπολογιστών.
Οι επιχειρήσεις που μηνύουν για επιστροφές χρημάτων έχουν σχεδόν όλες έδρα τις ΗΠΑ. Οι 327 εταιρείες που αναλύθηκαν από το Bloomberg είχαν κεντρικά γραφεία σε σχεδόν 36 πολιτείες, με τη Ν. Υόρκη και την Καλιφόρνια να κυριαρχούν.
Δώδεκα επιπλέον ενάγοντες είχαν έδρα στο εξωτερικό, στον Καναδά, στη Σιγκαπούρη και σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες.
Περισσότερες από δώδεκα από τις ενάγουσες είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο οντότητες, συμπεριλαμβανομένων των BorgWarner, Standex International, Teladoc Health, Moog, Astronics, Costco, G-III Apparel Group, Innovative Eyewear, Lifetime Brands, Plexus, Goodyear και Weyco Group.
Περίπου το 25% των εναγουσών εταιρειών είχαν μητρικές εταιρείες με έδρα το εξωτερικό, γεγονός που δείχνει το παγκόσμιο διακύβευμα της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Πηγή: ot.gr
Διαβάστε επίσης: Πόσο τελικά κοστίζει η Γροιλανδία - Το τίμημα μιας πιθανής αμερικανικής εξαγοράς

