S&P: Έρχεται μεγάλη έλλειψη χαλκού εξαιτίας αμυντικών δαπανών και ΑΙ

Η S&P Global εκτιμά ότι η παγκόσμια ζήτηση χαλκού θα αυξηθεί κατά 50% από τα σημερινά επίπεδα, φτάνοντας τους 42 εκατ. μετρικούς τόνους έως το 2040

Η παγκόσμια έλλειψη χαλκού αναμένεται να ενταθεί λόγω AI και αμυντικών δαπανών, σύμφωνα με την S&P.

Όπως αναφέρει νέα μελέτη της S&P Global, η παγκόσμια κούρσα για την τεχνητή νοημοσύνη και η εκτόξευση των αμυντικών δαπανών αναμένεται να επιδεινώσουν σημαντικά το ήδη προβλεπόμενο έλλειμμα χαλκού, καθώς οι παραγωγοί δυσκολεύονται να αυξήσουν την προσφορά.

Η αύξηση της ζήτησης επιταχύνεται τη στιγμή που η προσφορά από τα ορυχεία προσκρούει σε δομικούς περιορισμούς, ενισχύοντας τον κίνδυνο ο χαλκός να εξελιχθεί σε «ανασχετικό παράγοντα» για την οικονομική ανάπτυξη και την τεχνολογική πρόοδο, επισημαίνει η S&P Global σε έκθεσή της που δημοσιεύθηκε σήμερα Πέμπτη και υποστηρίζεται από τον μεταλλευτικό κλάδο.

Οι τιμές του χαλκού έχουν εκτιναχθεί σε ιστορικά υψηλά, ξεπερνώντας τα 13.000 δολάρια ανά μετρικό τόνο στο Λονδίνο, λόγω σειράς διακοπών στην παραγωγή ορυχείων και κινήσεων εμπόρων που σπεύδουν να αποθεματοποιήσουν το μέταλλο στις ΗΠΑ ενόψει πιθανών δασμών από κυβέρνηση Τραμπ. Αν και οι αυξημένες ροές χαλκού προς αμερικανικές αποθήκες έχουν ωθήσει τις τιμές πάνω από τα επίπεδα που δικαιολογεί η πραγματική κατανάλωση, νέες πηγές ζήτησης προοιωνίζονται ακόμη πιο «σφιχτή» αγορά σε βάθος χρόνου.

«Η τεχνητή νοημοσύνη και τα data centers δεν ήταν καν στο ραντάρ πριν από τρία χρόνια», δήλωσε σε συνέντευξή του ο Οριάν ντε λα Νου, επικεφαλής συμβουλευτικών υπηρεσιών για την ενεργειακή μετάβαση και τα κρίσιμα μέταλλα στην S&P Global. «Αυτό που δείχνει η μελέτη είναι ότι ο κόσμος οδεύει προς έλλειμμα προσφοράς ακόμη και πριν ληφθούν υπόψη αυτοί οι νέοι μοχλοί ανάπτυξης».

Η S&P Global εκτιμά ότι η παγκόσμια ζήτηση χαλκού θα αυξηθεί κατά 50% από τα σημερινά επίπεδα, φτάνοντας τους 42 εκατ. μετρικούς τόνους έως το 2040. Παρότι παραδοσιακοί τομείς όπως οι κατασκευές, οι οικιακές συσκευές, οι μεταφορές και η ηλεκτροπαραγωγή εξακολουθούν να απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης, το μεγαλύτερο κομμάτι της μελλοντικής αύξησης προέρχεται από εφαρμογές της ενεργειακής μετάβασης, όπως τα ηλεκτρικά οχήματα, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι μπαταρίες και η επέκταση των δικτύων.

Παράλληλα, αναδύονται και νεότερες πηγές ζήτησης. Η κατανάλωση χαλκού που συνδέεται με τα data centers και τις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης αναμένεται να αυξηθεί κατακόρυφα, καθώς η παγκόσμια εγκατεστημένη ισχύς των κέντρων δεδομένων προβλέπεται να σχεδόν τετραπλασιαστεί έως το 2040.

Σύμφωνα με τη μελέτη, η ζήτηση από την τεχνητή νοημοσύνη, τα data centers και τις παγκόσμιες αμυντικές δαπάνες θα μπορούσε συνολικά να τριπλασιαστεί έως το 2040, προσθέτοντας περίπου 4 εκατ. τόνους κατανάλωσης.

Η S&P Global εντοπίζει και μία ακόμη πιθανή πηγή ζήτησης: τα ανθρωποειδή ρομπότ. Αν και η τεχνολογία βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, η λειτουργία 1 δισ. ανθρωποειδών ρομπότ έως το 2040 θα απαιτούσε περίπου 1,6 εκατ. μετρικούς τόνους χαλκού ετησίως, ή περίπου το 6% της σημερινής κατανάλωσης.

Την ίδια ώρα, η παγκόσμια παραγωγή χαλκού εκτιμάται ότι θα κορυφωθεί γύρω στους 33 εκατ. τόνους το 2030, καθώς η ποιότητα των κοιτασμάτων στα υφιστάμενα ορυχεία υποβαθμίζεται και νέα έργα αντιμετωπίζουν εμπόδια σε αδειοδοτήσεις, χρηματοδότηση και κατασκευή.

Αυτό θα δημιουργούσε ένα έλλειμμα περίπου 10 εκατ. τόνων, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η σημαντική αύξηση της ανακύκλωσης, η οποία αναμένεται να υπερδιπλασιαστεί φτάνοντας τους 10 εκατ. τόνους στο ίδιο διάστημα.

Βεβαίως, ένα τέτοιο έλλειμμα προσφοράς παραμένει σε μεγάλο βαθμό θεωρητικό, καθώς η κατανάλωση περιορίζεται τελικά από τη διαθέσιμη ποσότητα. Με την άνοδο των τιμών, ο χαλκός θα μπορούσε να αντικατασταθεί σε ορισμένες εφαρμογές, ενώ έργα επέκτασης της παραγωγής ενδέχεται να καταστούν πιο ελκυστικά οικονομικά.

Η πρόκληση της προσφοράς επιτείνεται από τα μακρά χρονοδιαγράμματα ανάπτυξης, το αυξανόμενο κόστος και μια ιδιαίτερα συγκεντρωμένη αλυσίδα εφοδιασμού, καθιστώντας την αγορά ολοένα και πιο ευάλωτη σε διαταραχές καθώς η ζήτηση αυξάνεται, σημειώνει η S&P.

Οι εξαιρετικά υψηλές τιμές αποτελούν όφελος για τον κλάδο, ωστόσο δεν υπάρχουν εγγυήσεις ότι θα διατηρηθούν, προειδοποίησε ο αντιπρόεδρος της S&P Global, Ντάνιελ Γέργκιν, που ήταν συν-επικεφαλής της μελέτης.

«Θα ήμασταν επιφυλακτικοί στο να πούμε ότι αυτό αποδεικνύει πως οι τιμές έχουν πλέον σταθεροποιηθεί σε ένα μόνιμα υψηλότερο επίπεδο», ανέφερε.

Η μελέτη χρηματοδοτήθηκε από κορυφαίες μεταλλευτικές εταιρείες όπως οι BHP Group και Rio Tinto Group, καθώς και από εμπορικούς ομίλους όπως οι Trafigura και Gunvor, αλλά και από την Google.

Πηγή: newmoney.gr

Διαβάστε επίσης: Nvidia: Απαιτεί πλήρη προπληρωμή για τα τσιπ H200 στην Κίνα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ